Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Ο Τζακ και η Φασολιά

Ήταν κάποτε ένα αγόρι που το λεγαν Τζακ. Το αγόρι αυτό είχε σπόρους από φασόλια που όταν τα έριχνε στο έδαφος φύτρωνε μια μεγάλη φασολιά που έφθανε ως τον ουρανό. Χάρη σε αυτήν την μεγάλη φασολιά ξεδιπλώνεται η ιστορία όπου ζωντανεύουν οι γίγαντες και τα χρυσά αυγά.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Η Σταχτοπούτα

Η Σταχτοπούτα είναι ένα κλασικό παραμύθι που αφηγείται τις περιπέτειες μιας κοπέλας, που την κακομεταχειρίζονται η κακιά μητριά της και οι αδερφές της.

 

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Ο Παπουτσωμένος Γάτος

Ένας μυλωνάς είχε τρεις γιους, τον μύλο του, έναν γάιδαρο και έναν γάτο. Οι γιοι του έπρεπε να αλέθουν, ο γάιδαρος να φέρνει το σιτάρι στον μύλο και να μεταφέρει το αλεύρι και o γάτος που έπρεπε να κυνηγάει τα ποντίκια. Όταν πέθανε ο μυλωνάς οι τρεις γιοι χώρισαν την περιουσία. Ο μεγαλύτερος γιος πήρε τον μύλο, ο δεύτερος τον γάιδαρο και ο τρίτος, για τον οποίο δεν είχε μείνει τίποτε άλλο, πήρε τον γάτο. Τότε ο τρίτος γιος ήταν πολύ στεναχωρημένος και έλεγε στον εαυτό του:
«Τελικά εγώ είχα τον χειρότερο κλήρο, ο μεγαλύτερος αδερφός μου πήρε τον μύλο και μπορεί να αλέθει, ο δεύτερος πήρε τον γάιδαρο και μπορεί να τον καβαλάει, ενώ εγώ που πήρα τον γάτο τι μπορώ να τον κάνω; Αν τον δώσω για να μου κάνουν ένα ζευγάρι γάντια από το τομάρι του, αυτό θα ήταν όλη μου η κληρονομιά».
«Άκουσε με» απάντησε τότε ο γάτος, ο οποίος είχε καταλάβει ότι είπε ο τρίτος γιος «δεν χρειάζεται να με σκοτώσεις για να φτιάξεις ένα ζευγάρι μίζερα γάντια από το τομάρι μου. Κανόνισε μόνο να μου φτιάξουν ένα ζευγάρι μπότες, ώστε να μπορώ να συναναστρέφομαι με κόσμο και θα σε βοηθήσω σύντομα».
Ο γιος του μυλωνά έμεινε έκπληκτος που ο γάτος του μίλησε και καθώς είδε έναν παπουτσή να περνάει τυχαία από το σπίτι, τον φώναξε να μπει και του ζήτησε να πάρει μέτρα για να φτιάξει μπότες στο γάτο.

Ο γάτος φόρεσε τις μπότες μόλις φτιάχτηκαν, πήρε ένα σακί και το μισογέμισε με σπόρους. Μετά έκανε μία θηλιά με ένα σχοινί στο πάνω μέρος του σακιού. Τελικά πήρε το σακί στον ώμο και περπατώντας στα δύο του πόδια, σαν να ήταν άνθρωπος, έφυγε από την πόρτα.
Εκείνη την εποχή κυβερνούσε ένας βασιλιάς που του άρεσε πολύ να τρώει πέρδικες. Όμως ήταν πολύ δύσκολο να κυνηγήσεις αυτά τα πουλιά και υπήρχε μεγάλη έλλειψη. Στο δάσος υπήρχαν σε αφθονία αλλά ήταν τόσο φοβισμένες που κανείς κυνηγός δεν μπορούσε να τις πλησιάσει. Αυτό το γνώριζε ο γάτος και σκεφτόταν να κυνηγήσει τα πουλιά με ένα εξυπνότερο τρόπο. Μόλις μπήκε στο δάσος, άνοιξε το σακί για να φαίνονται οι σπόροι, πήρε όμως το σχοινί και το άπλωσε στο γρασίδι μέχρι να φτάσει πίσω από έναν θάμνο. Εκεί κρύφτηκε και ο ίδιος και παραμόνευε. Οι πέρδικες έφτασαν γρήγορα στους σπόρους και η μία μετά την άλλη έμπαιναν στο σακί. Όταν μπήκαν αρκετές στο σακί, ο γάτος τράβηξε το σχοινί έπιασε τα πουλιά. Μετά άνοιξε προσεχτικά το σακί και έπνιξε τις πέρδικες. Τέλος πήρε το σακί στον ώμο και πήγε γρήγορα- γρήγορα στο παλάτι του βασιλιά.
Μόλις τον είδε ο φύλακας του φώναξε: «αλτ, που πας»
«Στον βασιλιά», απάντησε ο γάτος
«Καλός είσαι του λόγου σου» απαντάει ο φρουρός. «Σιγά να μην αφήσω γάτο να πάει στο βασιλιά.»
«Άσε τον να πάει» λέει ένας άλλος φύλακας. «Ο βασιλιάς συχνά βαριέται. Ο γάτος μπορεί να του φτιάξει το κέφι με τα νιαουρίσματα του και με τα παιχνίδια του.»
Μόλις ο γάτος παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά έκανε μία βαθιά υπόκλιση και είπε: “Βασιλιά μου, ο αφέντης μου ο κόμης…» και στη συνέχεια είπε ένα μακρύ και πολύ επίσημο όνομα, «δίνει τα διαπιστευτήρια του στον βασιλιά και του στέλνει πέρδικες, τις οποίες έπιασε λίγο πιο πριν με τα βρόχια του».

Ο βασιλιάς έμεινε έκπληκτος από τις πολλές και παχιές πέρδικες, δεν μπορούσε να κρατηθεί από την χαρά του και διέταξε να βάλουν τόσο χρυσό στον σάκο του γάτου όσο θα μπορούσε να κουβαλήσει. «Αυτά να το πας στον αφέντη σου και να τον ευχαριστήσεις πολύ για το δώρο του.»
Ο φτωχός γιος του μυλωνά καθόταν όμως στο σπίτι βλέποντας έξω από το παράθυρο και αναλογιζόταν ότι έδωσε τα τελευταία του χρήματα για τις μπότες του γάτου. Αναρωτιόταν δε τι ήταν αυτό που θα μπορούσε να του φέρει ο γάτος για αντάλλαγμα. Τότε μπήκε στο σπίτι ο γάτος, κατέβασε το σακί από τον ώμο του και αφού το άνοιξε άδειασε το χρυσάφι μπροστά από τον μυλωνά.
«Τώρα έχεις μια περιουσία στα πόδια σου, και ο βασιλιάς σου στέλνει χαιρετίσματα και σε ευχαριστεί πολύ».
Ο μυλωνάς ήταν ευτυχισμένος με τα πλούτη που απέκτησε χωρίς όμως να καταλαβαίνει τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο γάτος όμως όσο έβγαζε τις μπότες εξήγησε στον αφέντη του τι ακριβώς είχε συμβεί.
«Τώρα έχεις αρκετά χρήματα αλλά δεν θα μείνεις με αυτά, αύριο θα ξαναβάλω τις μπότες μου και θα γίνεις ακόμη πλουσιότερος, επίσης στον βασιλιά είπα ότι είσαι ένας κόμης.»
Την επόμενη ημέρα ο γάτος, όπως είχε πει, έβαλε και πάλι τις μπότες του και ξαναβγήκε στο δάσος πηγαίνοντας και πάλι στον βασιλιά πλούσιο κυνήγι. Έτσι συνέβαινε κάθε μέρα και κάθε μέρα ο γάτος έφερνε χρυσάφι στο σπίτι. Ήταν πια τόσο αγαπητός στον βασιλιά, που μπορούσε να μπαίνει και να βγαίνει όποτε ήθελε στο παλάτι και να πηγαίνει όπου ήθελε.
Μία μέρα καθόταν στη κουζίνα πλάι στον φούρνο για να ζεσταθεί και ήρθε ένας αμαξάς ο οποίος έβριζε:
«Θα ευχόμουν τον βασιλιά και την πριγκίπισσα να τους έπαιρνε ο δήμιος! Ήθελα να πάω στην ταβέρνα, να πιω ένα κρασί και να παίξω κανένα χαρτάκι και τώρα με κάλεσαν να τους πάω βόλτα στη λίμνη.»
Μόλις το άκουσε ο γάτος πήγε ήσυχα στο σπίτι και είπε στον αφέντη του:
«Αν θέλεις να γίνεις κόμης και να αποκτήσεις πλούτη, τότε έλα μαζί μου στη λίμνη και μπες μέσα να κάνεις μπάνιο.»
Ο μυλωνάς δεν ήξερε τι να πει, αλλά ακολούθησε τον γάτο και μπήκε ολόγυμνος μέσα στο νερό. Ο γάτος όμως του πήρε τα ρούχα του και τα έκρυψε. Καλά- καλά δεν πρόλαβε να τα κρύψει και να σου εμφανίστηκε ο βασιλιάς. Τότε ο γάτος άρχισε να εκλιπαρεί και να λέει:
«Αμάν καλοσυνάτε βασιλιά μου, ο αφέντης μου κολυμπούσε στη λίμνη και ένας ληστής του έκλεψε τα ρούχα που τα είχε αφήσει στην όχθη. Τώρα ο κόμης είναι μέσα στο νερό και δεν μπορεί να βγει και αν μείνει και άλλο μέσα θα αρρωστήσει και θα πεθάνει».
Μόλις το άκουσε αυτό ο βασιλιάς, ζήτησε να σταματήσουν και έστειλε έναν από τους ανθρώπους του να πάνε και να φέρουν από τα δικά του ρούχα. Τότε ο κόμης φόρεσε τα λαμπερά ρούχα και καθώς ο βασιλιάς πίστευε ότι οι καταπληκτικές πέρδικες είχαν αποσταλεί από αυτόν, του ζήτησε να τον ακολουθήσει στην αμαξά του. Την πριγκίπισσα δεν την ενόχλησε καθόλου ο καλεσμένος, καθώς ήταν νέος, όμορφος και της άρεσε.
Ο γάτος όμως έφυγε γρήγορα- γρήγορα και περνούσε πριν από το κάρο στους δρόμους που θα ακολουθούσε ο βασιλιάς. Έτσι έφτασε σε ένα μεγάλο λιβάδι, όπου βρισκόταν περισσότεροι από εκατό άνθρωποι οι οποίοι έφτιαχναν δεμάτια από σιτάρι.
«Ποιανού είναι αυτό το λιβάδι» ρώτησε ο γάτος.
«Του μεγάλου μάγου» απάντησαν αυτοί.
«Ακούστε με» τους λέει ο γάτος «τώρα σε λίγο θα περάσει ο βασιλιάς. Όταν σας ρωτήσει σε ποιον ανήκει το λιβάδι, θα πείτε στον κόμη. Αν δεν το πείτε θα βάλω να σας σκοτώσουν στο ξύλο».
Μετά από αυτό πήγε ένα χωράφι σπαρμένο με καλαμπόκια και τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε κανείς να δει μέχρι που φτάνει. Πάνω από διακόσιοι άνθρωποι έκοβαν κουκουνάρες.
«Σε ποιον ανήκει το καλαμπόκι» ρώτησε ο μυλωνάς.
«Στον μάγο» αποκρίθηκαν οι εργαζόμενοι.
«Ακούστε με» τους λέει ο γάτος «τώρα σε λίγο θα περάσει ο βασιλιάς. Όταν σας ρωτήσει σε ποιον ανήκει το χωράφι θα πείτε στον κόμη. Αν δεν το πείτε θα βάλω να σας σκοτώσουν στο ξύλο».
Στη συνέχεια ο γάτος έφτασε σε ένα όμορφο δάσος, όπου βρισκόταν περισσότεροι από τριακόσιοι άνθρωποι που έκοβαν βελανιδιές και στοίβαζαν ξύλα.
«Ποιανού είναι το δάσος» ρώτησε ο γάτος.
«Του μάγου» αποκρίθηκαν οι εργαζόμενοι.
«Ακούστε με» τους λέει ο γάτος «σε λίγο θα περάσει ο βασιλιάς. Όταν σας ρωτήσει σε ποιον ανήκει το δάσος θα πείτε στον Κόμη. Αν δεν το πείτε θα βάλω σας σκοτώσουν όλους».

Οι άνθρωποι τον κοιτούσαν και καθώς είχε αυτή την περίεργη αμφίεση και περπατούσε σαν άνθρωπος με τις μπότες του, τον φοβήθηκαν και θέλησαν να κάνουν ότι τους είπε.
Τελικά έφτασε στο παλάτι του μάγου και παρουσιάστηκε θαρραλέα μπροστά του. Ο μάγος τον κοίταξε υποτιμητικά και τον ρώτησε τι θέλει. Ο γάτος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του λέει:
«Έχω ακούσει ότι μπορείς να μεταμορφωθείς σε οποιοδήποτε ζώο επιθυμείς. Σε ότι αφορά τα συνηθισμένα ζώα, δηλαδή τον σκύλο, την αλεπού ή τον λύκο, μπορώ να το πιστέψω. Αλλά να μεταμορφωθείς σε ελέφαντα μου φαίνεται παντελώς αδύνατο και για αυτό ήρθα να το διαπιστώσω και μόνος μου.»
Ο μάγος του απάντησε με περηφάνια:
«Αυτό δεν είναι τίποτα» και σε μία στιγμή είχε μεταμορφωθεί σε ελέφαντα.
«Αυτό είναι καταπληκτικό, αλλά μπορείς να μεταμορφωθείς και σε λιοντάρι;»
«Ούτε αυτό δεν είναι τίποτε» απάντησε ο μάγος και στάθηκε ως λιοντάρι μπροστά στον γάτο.
Ο γάτος έκανε ότι τρόμαξε και φώναξε:
«Αυτό είναι απίστευτο και ανήκουστο, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το φανταστώ ούτε στα όνειρά μου, αλλά περισσότερο από όλα θα με εκπλήξει αν μπορούσες να μεταμορφωθείς σε ένα μικρό ζώο όπως ένα ποντίκι. Πιστεύω ότι είσαι ο μεγαλύτερος από όλους τους μάγους του κόσμου αλλά κάτι τέτοιο μου φαίνεται ότι είναι ακατόρθωτο ακόμη και για εσένα».
Στο μάγο άρεσαν πολύ οι κολακείες του γάτου και τελείως φιλικός.
«Ορίστε αγαπητό μου γατάκι, και αυτό μπορώ να το κάνω» απάντησε ο μάγος και μεταμορφώθηκε σε ποντίκι και άρχισε να χοροπηδάει στο δωμάτιο.
Ο γάτος πήδηξε πίσω από το ποντίκι, το άρπαξε με ένα πήδημα και το έφαγε.
Στο ενδιάμεσο όμως ο βασιλιάς συνέχισε την βόλτα με τον κόμη και την πριγκίπισσα μέχρι που φτάσανε στο μεγάλο λιβάδι.
«Σε ποιον ανήκουν τα δεμάτια με το στάρι» ρώτησε ο βασιλιάς.
«Σον κύριο Κόμη» απάντησαν όλοι όπως τους είχε διατάξει ο γάτος.
«Σας ανήκει ένα καταπληκτικό μέρος γης» είπε ο βασιλιάς απευθυνόμενος στον φιλοξενούμενο του.
Μετά φτάσανε στο λιβάδι με τα καλαμπόκια και ο βασιλιάς ρώτησε:
«Σε ποιον ανήκει το καλαμπόκι;»
«Στο κύριο Κόμη.»
«Κοίτα να δεις» λέει ο βασιλιάς «στον Κόμη ανήκουν πολύ όμορφα χωράφια»
Μετά από αυτό έφτασαν στο δάσος
«Σε ποιον ανήκει το ξύλο;»
«Στον κύριο Κόμη.»
Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε ακόμη περισσότερο και λέει:
«Θα πρέπει να είστε πολύ πλούσιος κύριε Κόμη, εγώ δεν πιστεύω ότι έχω στην κατοχή μου ένα τόσο καταπληκτικό δάσος.»
Επιτέλους έφτασαν στο παλάτι. Ο γάτος στεκόταν ψηλά πάνω στην σκάλα και μόλις είδε να φτάνει η άμαξα πήδηξε κάτω άνοιξε την πόρτα και λέει:
«Βασιλιά μου φτάσατε εδώ στο παλάτι του αφέντη μου, και αυτή η τιμή θα τον κάνει ευτυχισμένο σε όλη του τη ζωή».
Ο βασιλιάς κατέβηκε από την άμαξα και έμεινε έκπληκτος από τον φανταχτερό κτήριο, το οποίο ήταν σχεδόν μεγαλύτερο και ομορφότερο από το δικό του παλάτι. Ο κόμης όμως συνόδευσε την πριγκίπισσα να ανέβει την σκάλα σε μία αίθουσα η οποία γυάλιζε από το χρυσάφι και τις πολύτιμες πέτρες. Τότε ο βασιλιάς αρραβώνιασε την πριγκίπισσα με τον κόμη και όταν ο βασιλιάς πέθανε έγινε ο κόμης βασιλιάς. Ο δε γάτος έγινε ο πρώτος υπουργός.

Πηγή: http://paramithakia.blogspot.gr/

Ο παπουτσωμένος γάτος είναι λαϊκό παραμύθι το οποίο είναι γνωστό ως ένα από τα οκτώ παραμύθια της συλλογής «Ιστορίες και παραμύθια μιας προηγούμενης εποχής του Σαρλ Περώ (Charles Perrault).

Στο παραμύθι περιγράφεται η αδικία σε μία κλασική περίπτωση κληρονομιάς. Μετά από τον θάνατο ενός μυλωνά ο πρώτος γιος κληρονομεί τον μύλο, ο δεύτερος τον γάιδαρο και ο τρίτος τον φαινομενικά άχρηστο γάτο. Ο γάτος καταφέρνει να πείσει τον γιο του μυλωνά όχι μόνο να μην χρησιμοποιήσει το τομάρι του για να κάνει γάντια αλλά και να του φτιάξει ένα ζευγάρι μπότες με τα τελευταία του χρήματα. Από το σημείο εκείνο και μετά ο γάτος εξασφαλίζει στο νέο του αφεντικό αρχικά χρυσάφι, μετά μεγάλη ιδιοκτησία σε γη και ένα παλάτι και στο τέλος την ίδια την βασιλοπούλα για σύζυγο.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Ο Ασπροδόντης

Ο Ασπροδόντης είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο του Τζακ Λόντον. Αφηγείται τις περιπέτειες ενός μικρού λύκου που, από μικρό ακόμα κουτάβι, πλησίασε τους ανθρώπους, οι οποίοι του πρόσφεραν προστασία, ζεστασιά και τροφή. Σιγά-σιγά εγκαταλείπει τον κόσμο της άγριας φύσης και υποτάσσεται στους ανθρώπους (τους οποίους τους παρομοιάζει ως θεούς – παντοδύναμους, που ελέγχουν τα πάντα). Όμως, ακολουθούν πολλές περιπέτειες, υπάρχουν πολλοί εχθροί που τον επιτίθενται συνεχώς (πολλές φορές ακόμα και η αγέλη) και άνθρωποι που τον κακομεταχειρίζονται. Θα καταφέρει να ξεπεράσει όλα τα προβλήματα που τον περιτριγυρίζουν;

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Ο βασιλιάς βάτραχος

Παραμύθι των αδερφών Grimm.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Ο κηπουρός

Όλοι αναγνωρίζουν το ταλέντο του Λαρς, του κηπουρού. Όλοι, εκτός από την οικογένεια των ευγενών για την οποία δουλεύει εδώ και χρόνια. Άραγε, πότε θα του δείξουν το σεβασμό που του αξίζει; Παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Το μαγικό σπιρτόκουτο

Ένας φτωχός στρατιώτης συναντά μια γριούλα. Εκείνη υπόσχεται να του χαρίσει ένα θησαυρό, αρκεί να της φέρει από τον κορμό ενός δέντρου το παλιό της σπιρτόκουτο. Ο κίνδυνος, όμως, παραμονεύει… Παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Το αηδόνι του αυτοκράτορα

Ο αυτοκράτορας της Κίνας ζητάει να του φέρουν στο παλάτι ένα αηδόνι. Όταν το ακούει να κελαηδάει, μαγεύεται από τη φωνή του. Σύντομα όμως, ένα ακριβό δώρο τον κάνει να αλλάξει γνώμη.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Η Χιονάτη και οι 7 νάνοι

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο γενναίος ραφτάκος

Ήταν μία ηλιόλουστη ημέρα. Ένας ραφτάκος καθόταν πλάι στο παράθυρο και έραβε ορεξάτος όταν είδε να περνάει μια χωριάτισσα που πουλούσε μαρμελάδες. Η χωριάτισσα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Εδώ η καλή η μαρμελάδα, εδώ η καλή η μαρμελάδα». Ο ραφτάκος λιγουρεύτηκε τη μαρμελάδα και έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο: «Εδώ καλή μου κυρία, εδώ θα απαλλαγείτε από την πραμάτεια σας. Ελάτε ανεβείτε στο φτωχικό μου» φώναξε.

raftakos-1

Η χωριάτισσα ανέβηκε τα τρία σκαλοπατάκια προς την πόρτα του ράφτη λαχανιασμένη. Ο ραφτάκος ζήτησε να δει το σύνολο της πραμάτειας και άνοιξε τα καπάκια από όλες τις κατσαρόλες που κουβαλούσε η γυναίκα. Έλεγξε μία προς μία της κατσαρόλες, τις σήκωσε ως την μύτη του, τις μύρισε ώσπου κατέληξε: «Η μαρμελάδα σας μου φαίνεται καλή, βάλτε μου 80 γραμμάρια. Ακόμα και ένα δέκατο του κιλού να μου βάλετε δεν θα με πειράξει καθόλου!»

Η αγρότισσα είχε ελπίσει ότι θα έκανε μια καλή πώληση. Έτσι έδωσε στον ραφτάκο την μαρμελάδα που ζήτησε, δεν έκρυψε όμως την δυσφορία της και έφυγε μουρμουρίζοντας. «Αυτή η μαρμελάδα θα πρέπει να είναι ευλογημένη από τον Θεό» φώναξε περίχαρος ο ραφτάκος «θα μου δώσει δύναμη και υγεία». Πετάχτηκε στο ντουλάπι, έβγαλε το ψωμί, έκοψε μια μεγάλη φέτα την οποία και επάλειψε με την μαρμελάδα την οποία είχε μόλις αγοράσει. «Δεν θα είναι κακή» μονολόγησε «αλλά πρώτα θα τελειώσω το γιλέκο που ράβω πριν ρίξω την πρώτη δαγκωνιά».

Έβαλε το ψωμί δίπλα του και από την χαρά του έκανε όλο και μεγαλύτερες βελονιές. Ωστόσο η γλυκιά μυρωδιά της μαρμελάδας ανέβαινε προς την οροφή όπου πετούσε ένα σμήνος μύγες. Οι μύγες εφορμούσαν κατά κύματα προς τη μαρμελάδα. «εϊ ποιος σας κάλεσε εσάς;» φώναξε ο ραφτάκος και έδιωχνε τις μύγες. Οι μύγες όμως δεν καταλάβαιναν κουβέντα από όσα τους έλεγε ο ραφτάκος και επέστρεφαν αμέσως μετά με όλο και μεγαλύτερη παρέα. Τελικά ο ραφτάκος εξοργίστηκε τόσο πολύ που βγήκε εκτός εαυτού. Έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη του και άρχισε να κυνηγάει τις μύγες με μανία. Φλάπ χτυπάει με το μαντίλι του και όταν το σήκωσε μέτρησε -ούτε λίγο, ούτε πολύ- 7 μύγες.

sastre_valiente

«Πω πω τι φοβερός που είμαι» είπε με αυτοθαυμασμό «όλη η πόλη θα πρέπει να το μάθει». Το είπε και το έκανε. Γρήγορα, γρήγορα έκοψε μία ζώνη και έραψε πάνω της με τεράστια γράμματα: «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ». «Ποια πόλη, όλη η χώρα πρέπει να το μάθει» συνέχισε να μονολογεί ενθουσιασμένος και η καρδιά του χτυπούσε γεμάτη ενθουσιασμό. Ήταν βέβαιο πως αυτό το ταπεινό εργαστήριο δεν ήταν ικανό να στεγάσει τέτοιον ηρωισμό. Ο ραφτάκος έδεσε την ζώνη γύρω από την μέση του, κοντοστάθηκε στην πόρτα και κοίταξε γύρω του. Ήθελε να πάρει μαζί του ότι θα του ήταν χρήσιμο για να εξορμήσει στον κόσμο. Ωστόσο δεν βρήκε τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι τυρί το οποίο και έβαλε στην τσάντα του. Μπροστά στην πόρτα είδε ένα πουλάκι το οποίο είχε μπλεχτεί στους θάμνους. Το πήρε και το έβαλε και αυτό στην τσάντα μαζί με το τυρί.
Έτσι πήρε δρόμο και άφησε δρόμο, και καθώς ήταν ευκίνητος και εργατικός δεν αισθάνθηκε καμία κούραση. Ο δρόμος τον οδήγησε σε ένα βουνό. Αφού λοιπόν έφτασε στην ψιλότερη κορυφή του, είδε να κάθεται ένας γίγαντας, ο οποίος κοιτούσε υπερήφανα τι γίνεται τριγύρω. Ο ραφτάκος τον πλησίασε εγκάρδια και του λέει: «Καλημέρα φίλε, σε βλέπω ότι κάθεσαι και παρατηρείς τον κόσμο άσκοπα. Εγώ αντιθέτως ξεκίνησα για να γνωρίσω τον κόσμο από κοντά και αν θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου και να με συντροφέψεις».

raftakos-2

Ο γίγαντας έριξε μια περιφρονητική ματιά στον ραφτάκο και του ανταποκρίνεται: «απατεώνα, παλιοχαρακτήρα». «Αυτό ήταν» απαντά ο ραφτάκος, λύνει την ζώνη του και την κραδαίνει με τα δύο του χέρια: «να εδώ μπορείς να διαβάσεις τι τρομερός άντρας που είμαι!».
Ο γίγαντας διάβασε «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ» και πίστεψε ότι ο ραφτάκος είχε αποτελειώσει εφτά ανθρώπους με τη μία. Έτσι αισθάνθηκε κάποιο δέος για τον πιτσιρίκο, θεώρησε όμως σκόπιμο να τον δοκιμάσει για καλό και για κακό. Έτσι πήρε μία πέτρα στο χέρι του και την ζούληξε με τόση δύναμη ώστε η πέτρα έβγαλε νερό!

«Αν μπορείς κάνε και εσύ το ίδιο αφού είσαι τόσο δυνατός» είπε ο γίγαντας.
«Μόνο αυτό;» απάντησε ο ραφτάκος. «Κάτι τέτοια είναι παιχνιδάκια για μένα» είπε και έβαλε το χέρι του στην τσάντα πιάνοντας το τυρί. Ζούληξε το τυρί το οποίο και αμέσως έτρεξαν τα ζουμιά του. «Τα βλέπεις» λέει στο γίγαντα «νομίζω ότι τα κατάφερα καλύτερα από σένα!».
Ο γίγαντας έχασε τα λόγια του και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ο μικρούλης τα είχε καταφέρει τόσο καλά. Τότε πήρε μια πέτρα και την πέταξε τόσο ψιλά ως που να μη φαίνεται πια με το μάτι.
«Λοιπόν ανθρωπάκο κάνε και εσύ το ίδιο αν μπορείς»
«Καλά την πέταξες» απαντάει ο ραφτάκος «ωστόσο η πέτρα σου τελικά έπεσε και πάλι στο έδαφος». Εγώ θα ρίξω μια πέτρα η οποία δεν θα ξαναπέσει κάτω. Έπιασε στην τσάντα του, πήρε το πουλάκι και το πέταξε στον αέρα. Το πουλί γεμάτο χαρά με την απρόσμενη ελευθερία του πέταξε ψιλά και δεν ξαναγύρισε. «Πως σου φάνηκε αυτό φίλε;» ρώτησε ο ραφτάκος.
«Από ότι φαίνεται ξέρεις να ρίχνεις αντικείμενα μακριά» ανταπάντησε ο γίγαντας «αλλά για να δούμε αν μπορείς και να σηκώνεις βάρη». Οδήγησε τον ραφτάκο σε μία τεράστια βελανιδιά η οποία βρισκόταν κομμένη στο έδαφος. «Αν είσαι τόσο δυνατός τότε βοήθησε με να κουβαλήσω αυτό το δέντρο και να το βγάλω έξω από το δάσος».

raftakos-5
«Ευχαρίστως» απάντησε ο μικρούλης «μόνο κουβάλα εσύ τον κορμό στις πλάτες σου, και εγώ θα κουβαλάω τα κλαδιά τα οποία είναι και τα βαρύτερα». Ο γίγαντας πήρε τον κορμό στον ώμο του, ο ραφτάκος όμως κάθισε πάνω σε ένα κλαδί. Έτσι ο γίγαντας δεν κουβαλούσε μόνο το δέντρο αλλά και τον νεαρό που είχε ξαπλώσει στα κλαδιά. Η όλη κατάσταση προκαλούσε μεγάλη ευφορία στον ραφτάκο ο οποίος όπως ήταν ξαπλωμένος σφύριζε τον ρυθμό του τραγουδιού: «τρεις ράφτες ίππευαν, και βγήκαν απ΄ την πόλη» και προσποιούταν ότι το κουβάλημα του δέντρου ήταν παιχνιδάκι. Ο γίγαντας αφού κουβάλησε το δέντρο γα αρκετό δρόμο κουράστηκε και φώναξε: «Κοίτα, θα πρέπει να ακουμπίσω το δέντρο στο έδαφος». Αμέσως ο ραφτάκος δίνει μια δρασκελιά στο έδαφος και αγκαλιάζει τα κλαδιά με τα δυο του χέρια σαν να κουβαλούσε το δέντρο. «Μα να είσαι τόσο μεγάλος και να μην καταφέρνεις κα κουβαλήσεις ένα δέντρο» επέκρινε τον γίγαντα.

Συνέχισαν να περπατάνε μαζί μέχρι που φτάσανε σε μια κερασιά. Ο γίγαντας τράβηξε με δύναμη την κορυφή του δέντρου όπου και ήταν τα ωριμότερα φρούτα και την κατέβασε ώστε να πάρει μερικά. Αμέσως έδωσε τα κλαδιά και στον ραφτάκο για να πάρει και αυτός. Ο ραφτάκος όμως ήταν πολύ αδύναμος ώστε να κρατήσει το δέντρο και ο κορμός πετάχτηκε αμέσως σε όρθια θέση συμπαρασύροντας μαζί και τον ραφτάκο. Ο ραφτάκος πετάχτηκε πάνω από το δέντρο έκανε μια τούμπα στο αέρα και έπεσε με τα δυο του πόδια στο έδαφος χωρίς να πάθει τίποτε. «Τι γίνεται δεν έχεις τόση δύναμη ώστε να λυγίσεις αυτό το κλαδάκι;» ρώτησε υποτιμητικά ο γίγαντας.

«Δεν μου λείπει η δύναμη» απαντάει ο μικρός «πιστεύεις ότι αυτό θα ήταν πρόβλημα για κάποιον ο οποίος κατάφερε επτά με ένα χτύπημα; Απλώς πήδηξα πάνω από το δέντρο γιατί άκουσα τους κυνηγούς να πυροβολούν και ήθελα να δω τι γίνεται. Αν σε βαστάει πήδα και εσύ τόσο ψηλά!». Ο γίγαντας αμέσως πήδηξε και αυτός χωρίς όμως να κατορθώσει να υπερπηδήσει το δέντρο και σκάλωσε στα κλαδιά του. Έτσι και σε αυτή τη δοκιμασία ο μικρός φάνηκε να υπερέχει του γίγαντα.

«Αν είσαι τόσο γενναίος όσο λες, τότε γιατί δεν έρχεσαι να κοιμηθείς το βράδυ στην σπηλιά μας;» Ο ραφτάκος δεν φοβήθηκε καθόλου και ακολούθησε τον γίγαντα στο κατάλυμα του. Όταν έφτασαν στη σπηλιά, βρήκαν και άλλους γίγαντες που καθόταν γύρω από την φωτιά. Κάθε γίγαντας είχε ένα ψητό αρνί στο χέρι και έτρωγε με βουλιμία. Εδώ έχει περισσότερο κόσμο και από το εργαστήριο μου σκέφτηκε ο μικρός.

Ο γίγαντας έδειξε ένα κρεβάτι στον ραφτάκο και του πρότεινε να πέσει και να κοιμηθεί. Καθώς το κρεβάτι ήταν πολύ μεγάλο για τον ραφτάκο αυτός δεν ξάπλωσε καθόλου και πήγε να κοιμηθεί σε μία γωνία της σπηλιάς. Τα μεσάνυχτα όταν ο γίγαντας θεώρησε ότι ο νέος θα είχε πια αποκοιμηθεί για τα καλά, σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήρε μια μεγάλη σιδερένια βέργα και άρχισε να χτυπάει το κρεβάτι μέχρι που πίστεψε ότι είχε αποτελειώσει τον ραφτάκο.

Το ξεμέρωμα οι γίγαντες πήγαν στο δάσος και είχαν πια ξεχάσει τελείως τον ραφτάκο όταν τον είδαν να έρχεται ευδιάθετο προς το μέρος τους . Τρομαγμένοι άρχισαν να τρέχουν άτακτα προς όλες τις κατευθύνσεις φοβούμενοι ότι ο ραφτάκος ερχόταν να τους εκδικηθεί και να τους σκοτώσει.
Ο ραφτάκος συνέχισε την πορεία του. Αφού περπάτησε και περπάτησε έφτασε τελικά στην αυλή του παλατιού. Εκεί νιώθοντας μεγάλη κούραση ξάπλωσε στο χόρτο και αποκοιμήθηκε. Όσο καθόταν ξαπλωμένος μαζεύτηκαν διάφοροι περαστικοί οι οποίοι και παρατηρούσαν από όλες τις πλευρές την ζώνη του που έγραφε: «ΕΠΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ».

«Πω πω» μονολογούσαν, «τι ζητάει άραγε ένα ήρωας του πολέμου καταμεσής της ειρήνης. Θα πρέπει να είναι πολύ σπουδαίος κύριος». Έτσι οι πιστοί υπήκοοι πήγαν και ανέφεραν στον βασιλιά ότι ένας ήρωας είχε αφιχθεί και τον συμβούλευαν να μην τον αφήσει να αποχωρήσει ποτέ από το βασίλειο. Θεωρούσαν ότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμος αν ξεσπούσε κάποια στιγμή πόλεμος. Στον βασιλιά άρεσε η ιδέα και έστειλε έναν αυλικό να προτείνει στον νεαρό να μπει υπό τις προσταγές του.

Ο απεσταλμένος κάθισε πλάι στον κοιμισμένο ήρωα, περίμενε έως ότου ξυπνήσει για να αποδώσει το κάλεσμα του βασιλιά. «Ακριβώς για αυτό ήρθα» απάντησε ο ραφτάκος «είμαι έτοιμος να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον βασιλιά». Έτσι υποδέχτηκαν τον ήρωα μας με όλες τις τιμές και του προσέφεραν ένα ιδιαίτερο διαμέρισμα στο παλάτι. Ωστόσο οι στρατηγοί του βασιλιά φοβήθηκαν ότι ο ραφτάκος θα μπορούσε να απειλήσει τη θέση τους και του ευχόταν να τσακιστεί στο πυρ το εξώτερο.

«Τι θα απογίνουμε» αναρωτιόταν «αν τσακωθούμε μαζί του και αυτός αρχίσει να βαράει, με κάθε του γροθιά θα ξεκάνει επτά. Κανείς μας δεν πρόκειται να γλιτώσει». Έτσι αποφάσισαν και πήγαν όλοι μαζί στο βασιλιά και τον παρακάλεσαν να δεχτεί την παραίτηση τους:
«Δεν είμαστε ικανοί να σταθούμε πλάι σε ένα άνθρωπο ο οποίος μπορεί να ξεκάνει επτά με ένα χτύπημα».

Ο βασιλιάς στεναχωρήθηκε καθώς για τη χάρη του ενός θα έπρεπε να χάσει όλους τους πιστούς του στρατιωτικούς και εύχονταν να μην τον είχε συναντήσει ποτέ και θα έκανε το παν για να τον ξεφορτωθεί. Ωστόσο δεν τολμούσε να τον ξαποστείλει καθώς φοβόταν όταν θα ξέκανε όλους τους υπηκόους του για να του κλέψει τελικά τον θρόνο. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε ο βασιλιάς στο τέλος βρήκε την λύση. Έστειλε ένα αυλικό στον ραφτάκο και του παρήγγειλε μια και ήταν ένας ήρωας πολέμου να του κάνει μια εξυπηρέτηση. Σε ένα από τα δάση του βασιλείου του ζούσαν δύο γίγαντες οι οποίοι προκαλούσαν τεράστιες ζημιές στους υπηκόους του. Κλοπές και εμπρησμοί ήταν η καθημερινότητα τους ώστε κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει με ασφάλεια την περιοχή τους. Αν κατόρθωνε να εξοντώσει αυτούς τους δύο γίγαντες θα του έδεινε τη μοναχοκόρη του για σύζυγο και το μισό του βασίλειο για προίκα. Επίσης θα του έδινε εκατό ιππότες για να τον συνοδεύσουν στην.

Αυτό ήταν μια αποστολή για ένα άνδρα του βεληνεκούς του σκέφτηκε ο ραφτάκος καθώς δεν θα του προσφερόταν κάθε μέρα μία πριγκίπισσα και το μισό βασίλειο.
«Ναι βέβαια» απάντησε «τους γίγαντες θα τους δαμάσω και τους εκατό ιππότες δεν τους έχω ανάγκη. Όποιος μπορεί να πετύχει επτά με ένα χτύπημα δεν έχει να φοβηθεί από δύο».

Ο ραφτάκος έφυγε από το παλάτι και οι εκατό ιππότες τον ακολούθησαν. Μόλις έφτασε στις παρυφές του δάσους ζήτησε από τους συνοδούς του να τον περιμένουν «τους γίγαντες θα τους κανονίσω μόνος μου» τους ανακοίνωσε. Μετά μπήκε στο δάσος και προσεκτικά κοιτούσε μια δεξιά και μία αριστερά καθώς προχωρούσε. Τελικά εντόπισε τους γίγαντες να κοιμούνται και να ροχαλίζουν κάτω από ένα δέντρο. Κοντοστάθηκε και τους παρατηρούσε. Τελικά γέμισε προσεκτικά τις τσέπες του με πέτρες και ανέβηκε στο δέντρο πάνω από τους γίγαντες. Τελικά ανέβηκε μέχρι τη μέση του δέντρου και κάθισε ακριβώς πάνω από του γίγαντες. Αμέσως άρχισε να αφήνει τις πέτρες του να πέφτουν στο στήθος του ενός γίγαντα. Αρχικά ο γίγαντας δεν έδειξε να ενοχλείτε τελικά όμως ξύπνησε και άρχισε να σπρώχνει τον σύντροφο του: «Τι θέλεις και με χτυπάς;» τον ρώτησε τσαντισμένος.

«Ονειρεύεσαι» απαντά ο άλλος «δεν σε χτυπάω».
Έπεσαν και πάλι να κοιμηθούνε όταν ο ράφτης έριξε μια πέτρα στον δεύτερο γίγαντα.
«Τι θέλεις» φωνάζει στον πρώτο «γιατί μου πετάς πέτρες
«Δεν σου πετάω τίποτα» απάντησε εξοργισμένος ο πρώτος.
Τσακώθηκαν για λίγη ώρα , αλλά καθώς ήταν και οι δύο αρκετά κουρασμένοι έδωσαν τόπο στην οργή και έπεσαν να ξανακοιμηθούν. Ο ραφτάκος ωστόσο δεν είχε τελειώσει με το παιχνίδι του. Διάλεξε την μεγαλύτερη πέτρα και την έριξε με όλη του τη δύναμη στο στήθος του πρώτου γίγαντα.
«Αυτό πάει πολύ» φώναξε και άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελός και κοπανούσε τον σύντροφό του με τόση δύναμη που το δέντρο που βρισκόταν ο ραφτάκος έτρεμε ολόκληρο. Ο άλλος γίγαντας ξεπλήρωσε τα χτυπήματα με τον ίδιο τρόπο. Τόσο μεγάλη ήταν η οργή τους ώστε ξερίζωναν δέντρα και χτυπούσε ο ένας τον άλλο. Τόση ήταν η μανία τους που τελικά έπεσαν ταυτόχρονα και οι δύο νεκροί. Τότε ο ραφτάκος κατέβηκε από την κρυψώνα του.
«Τελικά είμαι πολύ τυχερός που δεν ξερίζωσαν και το δικό μου δεντρο» μονολογούσε «αλλιώς θα έπρεπε να πηδήξω σαν τη νυφίτσα σε ένα άλλο δέντρο». Τράβηξε το σπαθί του και το έμπηξε με δύναμη μια στον ένα γίγαντα και μια στον άλλο. Τελικά βγήκε από το δάσος και απευθύνθηκε στους ιππότες του. «Έγινε η δουλειά, τους ξέκανα και τους δύο. Τελικά δυσκολεύτηκα κάπως καθώς ξερίζωσαν μέχρι και δέντρα για να αμυνθούν. Ωστόσο και αυτό δεν θα μπορούσε να τους βοηθήσει απέναντι σε κάποιον που πετυχαίνει επτά με ένα χτύπημα».
«Μα εσείς δεν έχετε καν τραυματιστεί» παρατήρησαν δύσπιστοι οι ιππότες
«Φυσικά και δεν έχω τραυματιστεί» απάντησε «ούτε τρίχα από την κεφαλή μου δεν ακούμπησαν».
Οι ιππότες δεν πίστεψαν κουβέντα από όσα τους είπε ο ραφτάκος, καβάλησαν τα άλογα τους και μπήκαν στο δάσος. Εκεί βρήκαν τους γίγαντες σε μία λίμνη αίματος ο καθένας και γύρω τους ήταν τα ξεριζωμένα δέντρα.

raftakos-3

Ο ραφτάκος ζήτησε από βασιλιά την ανταμοιβή που του είχε υποσχεθεί. Ο βασιλιάς όμως μετάνιωσε για την υπόσχεση του και έκανε νέες σκέψεις για το πώς θα μπορούσε να ξεφορτωθεί τον ήρωα.
«Πριν σου δώσω το μισό μου βασίλειο και την κόρη μου για σύζυγο, θα πρέπει να αποδείξεις τον ηρωισμό σου για ία ακόμη φορά» απάντησε ο βασιλιάς «Στο δάσος κυκλοφορεί ένας μονόκερος ίππος ο οποίος προκαλεί τεράστιες ζημιές. Αυτόν το μονόκερο πρέπει να πιάσεις ζωντανό!»
«Αυτόν τον μονόκερο τον φοβάμαι ακόμη λιγότερο και από ότι τους δύο γίγαντες. Μη ξεχνάτε ότι εγώ είμαι αυτός που κατάφερε επτά με ένα χτύπημα». Πήρε λοιπόν ένα σχοινί και ένα τσεκούρι, έφτασε στο δάσος και ζήτησε τους ιππότες που τον συνόδευαν να τον περιμένουν. Δεν χρειάστηκε να ψάξει για πολύ, ο μονόκερος τον εντόπισε και όρμισε προς τα πάνω του για να τον τρυπήσει με το κέρατο του. «Για δες, για δες» μονολόγησε ο ραφτάκος «τόσο γρήγορα δεν θα μπορέσεις να με ξεκάνεις». Έτσι ο ραφτάκος στάθηκε ακίνητος απέναντι από το ζώο μέχρι που το ζώο τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Αμέσως ο ραφτάκος έδωσε μια δρασκελιά και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Ο μονόκερος έπεσε με όλη του τη δύναμη πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα το κέρατο του να σφηνώσει στον κορμό του δέντρου. Τόσο δυνατή ήταν η πρόσκρουση που ο μονόκερος δεν είχε αρκετή δύναμη ώστε να τραβήξει το κέρατο από το δέντρο και να απελευθερωθεί. «Το πιάσαμε το πουλάκι» είπε ο ραφτάκος καθώς ξεπρόβαλε πίσω από το δέντρο. Αμέσως έφτιαξε μια θηλιά με το σχοινί που είχε πάρει μαζί του και την πέρασε από τον λαιμό του μονόκερου. Μετά απελευθέρωσε με το τσεκούρι το κέρατο του ζώου και οδήγησε το ζώο στον βασιλιά.

raftakos-4

Ο βασιλιάς ζήτησε και μία τρίτη δοκιμασία πριν εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Ζήτησε από τον ραφτάκο να πάει στο δάσος και να πιάσει ένα αγριογούρουνο που προκαλούσε μεγάλες ζημιές. Μάλιστα έστειλε μαζί του κυνηγούς για να τον βοηθήσουν. «Ευχαρίστως» απάντησε ο ραφτάκος «αυτό είναι παιχνιδάκι».
Τους κυνηγούς τους άφησε στις παρυφές του δάσους. Από ότι φάνηκε οι κυνηγοί ήταν ικανοποιημένοι με αυτή την εξέλιξη καθώς ήδη αρκετές φορές είχαν συναντήσει το ζώο στο δάσος και δεν ήθελαν να το ξαναβρούν μπροστά τους.

Μόλις το αγριογούρουνο είδε τον ράφτη όρμισε κατά πάνω του. Από το στόμα του έτρεχαν αφροί και κράδαινε τα δόντια του προσπαθώντας να τον ρίξει καταγής. Ο ήρωας μας όμως πήδηξε γρήγορα-γρήγορα και μπήκε σε ένα εκκλησάκι που ήταν εκεί κοντά και αμέσως με ένα πήδημα πήδηξε έξω από το παράθυρο. Το γουρούνι τον είχε ακολουθήσει και μπήκε και αυτό στο εκκλησάκι. Ο ράφτης που ήταν ήδη έξω πήγε από πίσω και έκλεισε την πόρτα. Το ζώο ήταν πολύ βαρύ για να μπορέσει να πηδήξει και να βγει από το παράθυρο. Τότε ο ραφτάκος πήγε και φώναξε τους κυνηγούς για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το φυλακισμένο ζώο. Ο ίδιος ο ράφτης πήγε στον βασιλιά και αυτός ήθελε δεν ήθελε έπρεπε πλέον να τηρήσει την υπόσχεση του και έδωσε την κόρη του και το μισό βασίλειο στο ραφτάκο. Αν ήξερε ότι μπροστά του στεκόταν ένας ράφτης και όχι ένας ήρωας πολέμου τότε ο βασιλιάς θα στεναχωριόταν ακόμη περισσότερο. Έτσι ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια και ο ήρωας μας έγινε από ραφτάκος βασιλιάς. Ο βασιλιάς και η κόρη του ωστόσο δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με αυτή την εξέλιξη.
Αφού πέρασε λίγος καιρός η νέα βασίλισσα άκουσε τον σύζυγό της να παραμιλάει στον ύπνο του: «Μικρέ κοίτα να μου φτιάξεις το γιλέκο και να μου μπαλώσεις το παντελόνι, μη σε πιάσω στα χέρια μου και σε σπάσω σαν το χταπόδι». Εκεί συνειδητοποίησε από πού κρατούσε η σκούφια του νέου βασιλιά. Την άλλη μέρα πήγε με παράπονο στον πατέρα της να του αφηγηθεί τον καημό της και του ζήτησε να την απαλλάξει από τον σύζυγο της. «Ο άντρας που μου έδωσες όχι μόνο δεν είναι γαλαζοαίματος» του είπε «αλλά ένας ταπεινός ράφτης».
Ο βασιλιάς την παρηγόρησε και απάντησε: «Άσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας ανοιχτή σήμερα το βράδυ και οι υπηρέτες μου θα τον πιάσουν, θα τον δέσουν και θα τον στείλουν με ένα πλοίο στην άλλη άκρη του κόσμου»! Η βασίλισσα δέχτηκε τα λόγια του πατέρα της με χαρά, αλλά ο υπασπιστής του βασιλιά που τα είχε ακούσει όλα, έτρεξε στον νέο βασιλιά και του μαρτύρησε τα πάντα.
Το βράδυ ο ραφτάκος έπεσε να κοιμηθεί την συνηθισμένη ώρα μαζί με τη γυναίκα του. Όταν η βασίλισσα πίστεψε ότι κοιμόταν, σηκώθηκε να ανοίξει την πόρτα και ξάπλωσε ξανά. Ο ραφτάκος που απλώς προσποιούταν ότι είχε κοιμηθεί άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Μικρέ κοίτα να μου φτιάξεις το γιλέκο και να μου μπαλώσεις το παντελόνι, μη σε πιάσω στα χέρια μου και σε σπάσω σαν το χταπόδι. Εγώ που πέτυχα επτά με ένα χτύπημα, σκότωσα δύο γίγαντες, απήγαγα έναν μονόκερο και έπιασα ένα αγριογούρουνο, πιστεύεις ότι θα μπορούσα να φοβηθώ αυτούς που στέκονται έξω από το δωμάτιο μου»;
Οι υπηρέτες όταν άκουσαν τον ράφτη να λέει αυτά τα λόγια, κυριεύτηκαν από φόβο, το έβαλαν στα πόδια σαν να τους κυνηγούσε ολόκληρο το σύμπαν και δεν τόλμησαν να πλησιάσουν τον βασιλιά.
Έτσι ο ραφτάκος παρέμεινε βασιλιάς μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ηθικό δίδαγμα
Το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού είναι ότι ακόμη και ο αδύναμος μπορεί να καταφέρει μεγάλα πράγματα αν έχει αυτοπεποίθηση και πρωτότυπες ιδέες.