Κατηγορίες
ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ

Ανέβηκα στη μιτσιριά

Ανέβηκα στη μιτσιριά, στη τσιτσιριά, στη τσιτσιχομιτσιριά, να κόψω μίτσιρα, τσίτσιρα τσιτσιχομιτσιχότσιρα και έσπασε η μιτσιριά, η τσιτσιριά, η τσιτσιχομιτσιριά και μου έπεσαν τα τσίτσιρα, τα μίτσιρα, τα τσιτσιχομιτσιχότσιρα.

Κατηγορίες
ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ

Φίλος σε φίλο

Φίλος έδωσε σε φίλο τριαντάφυλλο με φίλο. Φίλε φύλαγε το φύλλο, μην το δώσεις σε άλλο φίλο

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

To ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι

Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Ποντικούλης Τρωκτικούλης.
Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό, ήθελε να τα αγγίξει.

– Παππού – έλεγε στον παππού του – σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του. Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

– Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

– Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

– Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά- καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

– Ίσως είχε δίκιο ο παπούλης σκεφτόταν – Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.

– Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι.

Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

– Παππού! παππού! Έλα να δεις! ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

– Είσαι σίγουρος εγγονάκι μου.

– Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε.

Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε το στρατιωτάκι – Για πού το’βαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι

– Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; – είπε το στρατιωτάκι – Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

– Δηλαδή;

– Να γίνεις και συ στρατιώτης – Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

– Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε -σκαρφάλωνε κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε η κουκλίτσα – για πού τόβαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα – Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις – ποιος ξέρει – μπορεί να σε αγαπήσω κι εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

– Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε το ναυτάκι – Για πού το’ βαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; -είπε το ναυτάκι – Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ -πολύ – πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

– Τι;

– Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

– Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι – Πως το λένε ρε παιδιά; – Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν’ αγγίξω κι εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι.

– Καλά ντε μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις… είπε το ναυτάκι

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε ν’ ανεβαίνει, να ανεβαίνει να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.
Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά -δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και τ άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

– Παππού… παππού… Το άγγιξα.

– Ποιο άγγιξες εγγονάκι μου;

– Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

– Μπράβο εγγονάκι μου – καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. -Θα χουμε να το λέμε…

Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.

Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

– Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.

Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα…

Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

– Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.

Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

– Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω – σκέφτηκε.
– Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω… Θα τ’ αγγίξω όλα…

Κι εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του’κλεινε το μάτι, λες και το έλεγε.

– Ναι μικρό μου ποντικάκι… Κάποια μέρα θα τ’αγγίξεις όλα…

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η μικρή ρωγμή

Μια φορά και έναν καιρό…
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε.
Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση.
Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε
κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει.
«Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να ‘ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου.
Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και
προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας!
Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει;
Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό,
ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη.
Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και
μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.»

Κατηγορίες
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μια ξεχωριστή μέρα

Σήμερα η μέρα είναι δική μου,
Να κάνω ό,τι θέλει η ψυχή μου,
Έτσι και πέρυσι που ‘χα γενέθλια,
Μου είχαν κάνει όλα τα κέφια:

Αντί για πρωινό,
Να τρώω παγωτό,
Να πηγαίνω στο σχολείο,
Ένα…ζαχαροπλαστείο,

Απ’ τη δασκάλα να ζητάω,
Το τραγούδι π’ αγαπάω,
Ν’ ακουμπώ στο μαξιλάρι,
Όταν δύει το φεγγάρι,
Να ‘χω φάει τα γλυκά,
Να ‘χω ανοίξει τα κουτιά.

Κατηγορίες
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ένα μαγικό γλυκό

Θα σου πω μια συνταγή
Για μια τούρτα μαγική.

Πρώτ’ ανακατεύεις καλά
Ένα κιλό γέλια τρανταχτά,

Ένα ποτήρι με τραγούδια,
Ένα με λόγια σαν λουλούδια,

Χάδια τρεις κουταλιές,
Λίγο ξύσμα ζεστές αγκαλιές,
Και σαπουνόφουσκες χρωματιστές,

Πασπαλίζεις με φιλιά,
Ψήνεις στο φούρνο σιγαλά.

Ζάχαρη βάλε στου ονείρου την πύλη,
Απόλαυσέ την σαν θα ‘ρθουν οι φίλοι.

Κατηγορίες
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ευτυχισμένα Γενέθλια

Κάθε χρόνο μια φορά,
Με πιάνει μια τρελή χαρά,
Είναι μοναδική γιορτή,
Και το γλεντάμ’ όλοι μαζί.

Φλογέρες, ταμπούρλα και ντέφια,
Ηχούν στα δικά μου γενέθλια,
Να ζήσεις και χρόνια πολλά,
Μου φέρνουνε δώρα,
Μου δίνουν φιλιά.

Κατηγορίες
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ποιος να το ’χε φανταστεί;

Δεν ήταν σε παλάτι
Ούτε και σε κρεβάτι,
Δεν ήταν σε σκηνή
Ούτε και σε αυλή.
Δεν ήταν σε καράβι
Ούτε και σε λιβάδι,
Δεν ήταν σε καλύβα
Μα ούτε και σε βίλα.
Μήπως ήταν σε ιγκλού;
Ή μήπως κάπου αλλού;
Μήπως ήτανε σε κάστρο;
Όχι, ήτανε σε στάβλο
Που γεννήθηκε ο Χριστός,
Και του αστεριού το φως
Έλαμψε πάνω απ’ τη γη,
Ποιος να το ’χε φανταστεί;

Κατηγορίες
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο Αϊ – Βασίλης

Μες στο κρύο και τα χιόνια
Ήρθε κι έφερε μπαλόνια,
Πίτες και τσουρέκια αφράτα,
Κουραμπιέδες, μαντολάτα.

Φίλος μ’ όλα τα παιδιά,
Που γελώντας του γλυκά
Του ’πανε Χρόνια Πολλά.

Να τος που μοιράζει τώρα
Χίλια δυο γλυκά και δώρα.

Κορίτσια, αγόρια ευχαριστώ
Λένε στον Αϊ – γελαστό
Και γυρίζουν στο χωριό
Για να κάνουν σκανταλιές
Σε μπαλκόνια και σ’ αυλές.

Κατηγορίες
ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο μικρός χιονάνθρωπος

christmas-snowmanΣτο βορρά, στη Νορβηγία,
Μες στα χιόνια και στα κρύα
Ζει ένας νάνος από χιόνι

Που ποτέ ποτέ δε λιώνει,
Γιατί εκεί όλο χιονίζει
Κι ο αέρας στροβιλίζει
Τις νιφάδες από χιόνι.

Ξέρεις τι σκέφτομαι λοιπόν;
Είν’ η τύχη του βουνό,
Αφού ζει στη Νορβηγία
Μες στα χιόνια και στα κρύα.