Γλωσσοδέτες
Βγαίν’ η βαρκούλα, βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά
απο το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα
απο το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά
Κι απλώνει ο ναύτης, κι απλώνει ο ναύτης με χαρά
τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα, βαρκούλα
τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα του ψαρά
Το φεγγαράκι, το φεγγαράκι τον γυαλό
τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα, βαρκούλα
τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα του ψαρά
Και κάθε ψάρι, και κάθε ψάρι παχουλό
μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα, βαρκούλα
μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα του ψαρά
Πολύ κουράστη-, πολύ κουράστηκες ψαρά
τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα, βαρκούλα
τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα του ψαρά
Και πούλα τα, και πούλα τα στην αγορά
να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα, βαρκούλα
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία μικρά γουρουνάκια που ζούσαν ξέγνοιαστα κι ευτυχισμένα με τη μαμά τους. Όταν μεγάλωσαν τους είπε η μαμά τους “τώρα παιδιά μου μεγαλώσετε και πρέπει να πάτε να ζήσετε τη ζωή σας χωρίς εμένα. Θα πάρει, λοιπόν, καθένα τα πράγματά του και θα πάτε να φτιάξετε από ένα σπίτι να ζήσετε. Και προσοχή! Το σπίτι που θα χτίσετε πρέπει να είναι γερό για να μη μπορεί να το γκρεμίσει ο κακός ο λύκος και σας φάει”.Πήρε, λοιπόν, το κάθε γουρουνάκι το δρόμο του.
Το πρώτο συνάντησε έναν κύριο που πουλούσε άχυρα. Σκέφτηκε, λοιπόν, “γιατί να κάθομαι να δουλεύω σαν το σκυλί, ας φτιάξω μάνι μάνι ένα σπίτι με άχυρα”. Κι έτσι αγόρασε τ’άχυρα κι έφτιαξε ένα σπίτι.
Το δεύτερο γουρουνάκι βρήκε πρόχειρα κάτι ξύλα. Σκέφτηκε κι αυτό, “με τα ξύλα αυτά θα φτιάξω το σπιτάκι”.
Το τρίτο γουρουνάκι, όμως, το πιο έξυπνο απ’όλα, έχτισε ένα σπιτάκι με τούβλα.
Ο κακός ο Λύκος μυρίστηκε τα γουρουνάκια. Πάει στο σπίτι του πρώτου και χτυπάει. Τοκ τοκ τοκ
Γ: Ποιος είναι;
Λ: Γουρουνάκι άνοιξέ μου να μπω μέσα.
Γ: Πριτς που θα σ’ανοίξω. Να με φας!
Λ: Δε μ’ ανοίγεις; Τότε κι εγώ θα φυσήξω και στη στιγμή θα σου γκρεμίσω το σπίτι.
Κι ο λύκος φύσηξε και τα άχυρα σκορπίστηκαν στον αέρα. Το γουρουνάκι έτρεξε και ζήτησε καταφύγιο στο δεύτερο αδελφάκι του. Έρχεται κι ο κακός ο λύκος και χτυπάει την πόρτα. Τοκ τοκ τοκ
Γ: Ποιος είναι;
Λ: Γουρουνάκια ανοίξτε μου να μπω μέσα.
Γ: Πριτς που θα σ’ανοίξουμε. Να μα φας;
Λ: Δε μ’ ανοίγετε;! Τότε κι εγώ θα φυσήξω και στη στιγμή θα σας γκρεμίσω το σπίτι.
Κι ο λύκος φύσηξε και τα ξύλα σκορπίστηκαν στον αέρα. Τότε τα γουρουνάκια
έτρεξαν γρήγορα, γρήγορα και ζήτησαν καταφύγιο στο σπίτι του άλλου αδελφού.
Έρχεται ο κακός ο λύκος και χτυπάει την πόρτα. Τοκ τοκ τοκ
Γ: Ποιος είναι;
Λ: Γουρουνάκια ανοίξτε μου να μπω μέσα.
Γ: Πριτς που θα σ’ανοίξουμε. Να μα φας;
Λ: Δε μ’ ανοίγετε! Τότε κι εγώ θα φυσήξω και στη στιγμή θα σας γκρεμίσω το σπίτι.
Ο λύκος φύσηξε με όλη του τη δύναμη και αλλά το σπίτι ήταν γερό, χτισμένο με τούβλα και δεν σκορπίστηκε όπως τα προηγούμενα. Ο λύκος τότε σκέφτηκε να κατέβει από τη καμινάδα του τζακιού. Τα γουρουνάκια ακούγοντας θόρυβο από την καμινάδα, φαντάστηκαν ότι ήταν ο κακός ο λύκος, κι έτσι έβαλαν φωτιά στα ξύλα του τζακιού. Ο λύκος δεν κατάφερε να κατέβει γιατί θα έκαιγε την ουρά του κι έτσι άφησε ήσυχα τα γουρουνάκια. Χαρούμενα τα γουρουνάκια βγήκαν να παίξουν έξω και υποσχέθηκαν την επόμενη φορά να φτιάξουν πιο γερά σπίτια!
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που
είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει.
“Σ’ αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα”, είπε ο πρώτος γιος και
ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
“Σ’ αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά”, είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
“Σ’ αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι”, είπε ο τρίτος γιος.
Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι.
Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε
με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία.
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε
σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο.
Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ’ αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του.
Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο.
Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά.
Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα.
Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα.
Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του
πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει.
Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό
δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει.
Καθόταν περίλυπος μπροστά σ’ αυτό, το τόσο πλούσιο… με άγευστα φαγητά τραπέζι.
Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε:
“Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ’ αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;”.
Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. “Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου…” του είπε.
Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του
και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…
Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν.
Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας.
Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί και επήγε στο σχολείο να του το δώσει.
Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κι εκείνης το μωρό της νηστεία, κι επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:
– Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα· έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαΐ του.
– Το παίρνω γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μώρο σου ποιο είναι.
– Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό, είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!
Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο, κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά καλά, δεν ήβρε το μωρό τη πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ήβρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί της και της λέει:
– Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιαν ώρα και δεν το ήβρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!
Μια φορά και έναν καιρό
συνεννοηθήκανε ο σκατζόχερας με την αλεπού:
«Ξέρεις κανένα ψέμα», του λέει, «να πάμε να κλέψουμε σταφύλια;»
«Ξέρω», της λέει. «Εσύ;»
«Ου, ξέρω κι εγώ πολλά!…»
Πάνε να κλέψουνε, πιάνεται στο δόκανο η αλεπού.
«Τι ψέμα, θα μου πεις, να γλιτώσω;» ρωτάει το σκατζόχερα.
«Να κάμεις τη ψόφια», της λέει εκείνος.
Έρχεται τ’ αφεντικό, βλέπει ψόφια την αλεπού, τη βγάνει από το δόκανο και την πετάει. Αμολιέται εκείνη, γλίτωσε…
Ξαναπάνε, έπειτα από μέρες, για σταφύλια.
Τώρα πιάστηκε στο δόκανο ο σκατζόχερας.
«Έλα», λέει της αλεπούς, «να μου πεις ένα ψέμα να σωθώ!».
«Τώρα», του λέει αυτή, «τα ξέχασα όλα!».
«Καλά», της λέει ο σκατζόχερας, «έλα τουλάχιστο πριν πεθάνω, να σου πω ένα μυστικό στ’ αυτί».
Πάει εκείνη κοντά την δαγκώνει δυνατά στ’ αυτί της ο σκατζόχερας, που να φύγει!..
Όσο που ήρθε τ’ αφεντικό, άρπαξε την αλεπού και τη λιάνισε στο ξύλο.
Το σκατζόχερα τον άφησε και γλίτωσε.
Της Αγλαϊας Κρίκα, paramythi.com
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι, η Αννούλα. Ήταν ψηλή, λεπτή με μάτια γαλανά και ολόχρυσες πυκνές μπούκλες. Όμως αυτές οι μπούκλες δεν είχαν μόνο αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά και μαγικές ιδιότητες…. κάθε φορά που φυσούσε ο άνεμος αυτές ταλαντεύονταν περίτεχνα και χόρευαν ξέφρενα, διασκεδάζοντας όποιον τύχαινε να δει το θέαμα αυτό και προκαλώντας όμως παράλληλα τα αρνητικά σχόλια των συμμαθητών της.
Η Αννούλα κάθε άλλο παρά χαιρόταν γι’ αυτές τις άτακτες και ευτυχισμένες κατοίκους του κεφαλιού της. Ευχόταν να είχε ίσια μαλλιά, όχι τόσο πυκνά και μαύρα, ώσπου αποφάσισε τελικά να τις ξεφορτωθεί μια για πάντα. Ήθελε να κουρέψει τα μαλλιά της τόσο κοντά όσο ενός αγοριού! Όμως κάτι περίεργο συνέβη την ημέρα που βρέθηκε στο κομμωτήριο… την ώρα που το ψαλίδι της κομμώτριας πλησίαζε απειλητικά τα κατάξανθα μαλλάκια της γλυκιάς Αννούλας, μια τρεμάμενη και σιγανή φωνούλα ακούστηκε από το πουθενά «Σε παρακαλώ μη μας κόψεις» κάνοντας την Άννα να ξαφνιαστεί.
Το κοριτσάκι κοιτούσε από ‘δω και από ‘κει αλλά δεν έβλεπε κανέναν! Η φωνούλα ξανακούστηκε: «Σε παρακαλούμε, εμείς είμαστε εδώ για να σε κάνουμε όμορφη αλλά και να σκορπίζουμε χαρά σε εσένα και τους γύρω σου γι’ αυτό χορεύαμε κάθε φορά που φυσούσε ο άνεμος, για να μας δώσεις σημασία!! Αλλά εσύ τίποτα!!! Σε παρακαλούμε μην μας κόψεις, θα γίνουμε οι καλύτερες φίλες!» Η Άννα λοιπόν γύρισε στο σπίτι και αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που της συνέβη εκείνη την ημέρα… Μια φορά που περπατούσε στο δρόμο και ο άνεμος φυσούσε μανιασμένα, οι μπούκλες της άρχισαν να γελάνε δυνατά και να αλλάζουν χίλια χρώματα.
Η Άννα τότε τις ρώτησε: «Γιατί το κάνετε αυτό? Οι συμμαθητές μου με κοροϊδεύουν! Ν τρέπομαι να πάω στο σχολείο… Δε θέλω να το ξανακάνετε.» Όμως περνούσαν οι μέρες και οι μπούκλες δεν έλεγαν να βάλουν μυαλό. Μια μέρα λοιπόν που η Άννα καθόταν λυπημένη στο ζεστό της δωμάτιο, άρπαξε το ψαλίδι θέλοντας να βάλει τέλος στο μαρτύριό της, ώσπου ξάφνου εμφανίστηκε μπροστά της ένα τόσο δα μικρούλι πλασματάκι… ήταν η νεραιδούλα Kiddy, προστάτιδα των μικρών παιδιών, με το μακρύ κουφετί φόρεμά της που άλλαζε χίλια χρώματα καθώς έπεφταν πάνω οι ζεστές, χρυσές ακτίνες του ήλιου! Είχε λιγνά ποδαράκια που τα στόλιζαν κάτι μικροσκοπικά χρυσά σανδάλια, γεμάτα από πολύτιμα, μαγικά πετράδια, μεγάλα σμαραγδένια σπινθηροβόλα μάτια και μαλλάκια μακριά, λαμπερά, ίσια και μαύρα σαν αυτά που ονειρευόταν να έχει η Αννούλα.
Την ρώτησε γιατί ήταν λυπημένη και η Αννούλα της απάντησε: δεν αντέχω άλλο με αυτά τα μαλλιά..με κοροιδεύουν οι συμμαθητές μου και γελάνε! Θα ήθελα να είχα σαν τα δικά σου που χτενίζονται εύκολα και είναι φρόνιμα. «Ωραία λοιπόν»: είπε η νεραιδούλα, «μπορώ να κάνω ένα μαγικό με το μαγικό μου ραβδάκι και τα μαλλιά σου να γίνουν όπως τα δικά μου, αλλά πρόσεξε..ποτέ δεν θα μπορέσουν να γίνουν όπως πριν». Και χωρίς δεύτερη σκέψη η Αννούλα συμφωνεί με τη νεράιδα και δίχως να το καταλάβει τα μαλλιά της έγιναν σαν της νεράιδας.
Έπειτα ακούστηκε ένας κρότος: «τσαφ» και η Κίντυ έγινε καπνός αφήνοντας πίσω της μια λάμψη. Η Αννούλα ήταν πολύ χαρούμενη για το νέο της απόκτημα. Την επόμενη μέρα πήγε στο σχολείο ελπίζοντας ότι δεν θα ξανάκουγε τα κοροιδευτικά σχόλια των συμμαθητών της. Όμως κάτι περίεργο συνέβη! Όλοι ήταν δυσαρεστημένοι και λυπημένοι κοιτάζοντας την..η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και γεμάτη λύπη.
Δεν ήταν η Αννούλα που ήξεραν. Τότε άρχισαν να της τραβάνε τα μαλλιά νομίζοντας ότι είναι ψεύτικα,με την ελπίδα ότι κάτω από αυτά κρύβονταν οι μπούκλες που ήξεραν! Όμως μάταια.. η Αννούλα πονούσε και τους φώναζε να σταματήσουν. Ξάφνου μια λάμψη θάμπωσε τα παιδιά στην αίθουσα και εμφανίστηκε η γλυκιά λιλιπούτεια νεράιδα . Είπε στα παιδιά τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ που είχε συναντήσει τη μικρή Άννα. Τα παιδιά ένιωσαν πολύ άσχημα που τόσο καιρό στεναχωρούσαν τόσο πολύ τη συμμαθήτρια τους και μετανιωμένα της ζήτησαν συγνώμη .
Η καλή νεράιδα τους είπε ότι πρέπει να δεχόμαστε τους άλλους ανθρώπους όπως είναι με όποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και αν έχουν..ακόμη και μπούκλες ατίθασες που χορεύουν και γελούν στο κάλεσμα του ανέμου! Ακόμη τους είπε ότι κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός και δεν θα πρέπει να εύχεται να είναι διαφορετικός και όλοι να ζουν αγαπημένοι παρά τη διαφορετικότητα τους. Γιατί η αγάπη λύνει όλα τα προβλήματα και τις διαφορές. Και ως δείγμα αγάπης η Κίντυ έδωσε πίσω στην Άννα τα ολόχρυσα σγουρά μαλλάκια της και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα..
ΑΝ ποτέ συναντήσετε τη μικρή Άννα στο δρόμο χαιδέψτε απαλά τις μπούκλες της και φυσήξτε τες με αγάπη.. στο λεπτό θα αρχίσουν το μαγικό χορό τους..
Στη φίλη μας Άννα..
Το παραμύθι έγραψε η Αγλαΐα Κρίκα, Φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών, τμήμα Νηπιαγωγών. Ευχαριστούμε!
Μια φορά κι έναν καιρό, κάτι βοσκοί ακούμπησαν στη βαθιά τρύπα ενός δέντρου, το ψωμί τους, το κρέας και μπόλικο τυρί, για να γυρίσουν το μεσημέρι από τη δουλειά τους και να φάνε. Έτυχε όμως να περάσει από κει μια αλεπού, και της ήρθε η μυρωδιά από όλα αυτά τα φαγώσιμα. Μια και δυο τότε χώνεται στην κουφάλα του δέντρου και, πεινασμένη καθώς ήταν, δεν άφησε ούτε ψίχουλο. Βόγκαγε πια από το πολύ φαΐ που καταβρόχθισε, και σαν έκανε να βγει από την κουφάλα του δέντρου, είδε πως είχε τόσο φουσκώσει, που δεν χωρούσε να βγει από την τρύπα.
Τότε, έτυχε να περνά από κει μια άλλη αλεπού.
-Τι έχεις, ξαδέρφη, και κάνεις έτσι; της είπε.
-Άστα, καημένη, τι έπαθα. Έφαγα τόσο πολύ, που φούσκωσα, και δεν μπορώ τώρα να βγω από την τρύπα του δέντρου.
Η φιλενάδα της έβαλε τα γέλια.
-Χα, χα, χα, λαίμαργη ξαδέρφη, της είπε. Να ’ξερες τι αστεία που είσαι έτσι πρησμένη. Περίμενε τώρα εκεί μέσα λίγες ώρες ώσπου να χωνέψεις και τότε θα μπορέσεις πάλι να βγεις.
Μα δεν πιστεύω η λαίμαργη αλεπού να περίμενε πολλές ώρες, γιατί σε λίγο θα έρχονταν οι βοσκοί κα θα την περιποιόντουσαν για τα καλά…
Μια φορά κι έναν καιρό, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ένας φτωχός γερο-γεωργός και η γυναίκα του αποφάσισαν πως έπρεπε να πουλήσουν την τελευταία τους αγελάδα, αφού δεν τους είχαν μείνει καθόλου λεφτά, ούτε και φαγητό στο ντουλάπι. Καθώς ο γεωργός περπατούσε λυπημένος προς το παζάρι, συνάντησε στον δρόμο ένα παράξενο ανθρωπάκι. Είχε μια μακριά λευκή γενειάδα που έφτανε μέχρι τα πόδια του, που ήταν γυμνά, και φορούσε ένα τεράστιο μαύρο καπέλο. Στο χέρι του κουβαλούσε μια παλιά χύτρα για βραστό.

«Όμορφη φαίνεται η αγελάδα σου», είπε το παράξενο ανθρωπάκι. «Την πουλάς;»
«Ναι», είπε ο γεωργός.
«Ωραία, λοιπόν, θα την αγοράσω», δήλωσε ο παράξενος άντρας, αφήνοντας με κρότο κάτω τη χύτρα του. «Θα σου δώσω αντάλλαγμα για την αγελάδα σου αυτή τη χύτρα για βραστό!»
O γεωργός κοίταξε την παλιά χύτρα για βραστό και μετά την όμορφη αγελάδα του. Ήταν έτοιμος να πει, «Όχι, βέβαια!» όταν μια φωνούλα ψιθύρισε, «Πάρε με! Πάρε με!»
Ο γεωργός ξαφνιάστηκε. Θεέ μου, του αρκούσε η φτώχεια του, δεν χρειαζόταν ν’ ακούει και παράξενες φωνές. Άνοιξε ξανά το στόμα του για να πει, «Όχι, βέβαια!» όταν άκουσε ξανά τη φωνούλα: «Πάρε με! Πάρε με!»
O γεωργός κατάλαβε αμέσως πως πρέπει να ήταν μαγική χύτρα και επειδή ήξερε πως δεν τα βάζεις με τις μαγικές χύτρες, είπε πολύ γρήγορα στον παράξενο ανθρωπάκο, «Σύμφωνοι!» και του έδωσε την αγελάδα. Έσκυψε να πάρει τη χύτρα και όταν κοίταξε ξανά προς τα πάνω, ο παράξενος ανθρωπάκος είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς.
Ο γεωργός ήξερε πως πολύ δύσκολα θα εξηγούσε στη γυναίκα του πώς έγινε κι αντάλλαξε την πολύτιμη αγελάδα τους με μια παλιά χύτρα για βραστό.
Πράγματι, η γυναίκα θύμωσε πολύ και άρχισε να γκρινιάζει, όταν μια φωνή ακούστηκε από τη χύτρα: «Πάρε με μέσα, καθάρισέ με, γυάλισέ με και θα δεις αυτό που πρέπει να δεις!»
Η γυναίκα του γεωργού ξαφνιάστηκε, αλλά έκανε αυτό που είχε ακούσει. Έπλυνε τη χύτρα μέσα κι έξω και μετά τη γυάλισε, μέχρι που έγινε σαν καινούρια. Πριν καλά καλά τελειώσει, η χύτρα πήδηξε από το τραπέζι και βγήκε κατευθείαν έξω από την πόρτα. Ο γεωργός και η γυναίκα του κάθισαν δίπλα στη φωτιά, κοιτάζοντας αμίλητοι ο ένας τον άλλο. Δεν είχαν χρήματα, δεν είχαν αγελάδα, ούτε φαγητό – και τώρα φαινόταν πως δεν είχαν καν τη μαγική τους χύτρα.
Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του φτωχού γεωργού ζούσε ένας πλούσιος άνθρωπος. Ήταν ένας εγωιστής που περνούσε όλο τον καιρό του τρώγοντας τεράστια γεύματα και μετρώντας τα χρήματά του. Είχε πολλούς υπηρέτες, ανάμεσά τους και μια μαγείρισσα που εκείνη την ώρα βρισκόταν στην κουζίνα φτιάχνοντας τη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα. Η πουτίγκα ήταν γεμισμένη με δαμάσκηνα, σταφίδες, αμύγδαλα κι ένας θεός ξέρει τι άλλο. Φαινόταν τόσο μεγάλη που η μαγείρισσα συνειδητοποίησε πως δεν είχε αρκετά μεγάλη χύτρα για να τη βράσει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η χύτρα του βραστού διέσχισε το κατώφλι.
«Χριστός κι Απόστολος!» φώναξε η γυναίκα. «Τα πνεύματα πρέπει να μου έστειλαν αυτή τη χύτρα ακριβώς στην ώρα για να φτιάξω την πουτίγκα μου», και έριξε την πουτίγκα μέσα στη χύτρα. Αμέσως μόλις η πουτίγκα έπεσε στον πάτο της χύτρας με έναν πολύ όμορφο ήχο, η χύτρα πήδηξε ξανά έξω από την πόρτα. Η μαγείρισσα έβγαλε μια δυνατή στριγκλιά, αλλά όταν όρμησαν στην κουζίνα ο μπάτλερ, ο τραπεζοκόμος, η σερβιτόρα και το αγόρι που σκάλιζε τον κήπο, η χύτρα είχε εξαφανιστεί από τα μάτια τους.

Στο μεταξύ, η χύτρα του βραστού κατηφόριζε το δρομάκι για το σπίτι του φτωχού γεωργού. Ο γεωργός και η γυναίκα του χάρηκαν που είδαν ξανά τη χύτρα και ευχαριστήθηκαν ακόμη περισσότερο όταν ανακάλυψαν την υπέροχη πουτίγκα. Η γυναίκα την ετοίμασε και τους έφτασε για τρεις μέρες. Έτσι, τελικά, πέρασαν χαρούμενα Χριστούγεννα, καθώς η παλιά χύτρα του βραστού καθόταν ήσυχα δίπλα στη φωτιά.
Κύλησαν οι μέρες, ήρθε η άνοιξη και η χύτρα καθόταν ακόμη ήσυχα δίπλα στη φωτιά. Μια μέρα, η χύτρα περπάτησε ξαφνικά προς τη γυναίκα του γεωργού και της είπε: «Καθάρισέ με, γυάλισέ με και θα δεις αυτό που πρέπει να δεις».
Έτσι, η γυναίκα του γεωργού γυάλισε τη χύτρα μέχρι που έγινε λαμπερή σαν καινούρια.
Τη στιγμή που τελείωσε, η χύτρα πήδηξε από το τραπέζι και βγήκε κατευθείαν έξω από την πόρτα.
Θα θυμάσαι πως ο πλούσιος άντρας χαιρόταν πολύ να μετράει τα λεφτά του. Καθόταν εκεί, στο μεγάλο σαλόνι του, με στοίβες από χρυσά και ασημένια νομίσματα επάνω στο τραπέζι και μεγάλα φουσκωμένα σακούλια με λεφτά στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του.

Αναρωτιόταν πού θα έκρυβε τα χρήματά του, όταν μπήκε μέσα η χύτρα. Στο μεταξύ, η μαγείρισσα, επειδή φοβόταν πολύ τον θυμό του πλούσιου ανθρώπου, δεν του είχε πει για τη χύτρα που έκλεψε τη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα, έτσι όταν αυτός είδε τη χύτρα χάρηκε πολύ.
«Για φαντάσου!» φώναξε. «Τα πνεύματα μου έστειλαν αυτή τη χύτρα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για να φυλάξω τα λεφτά μου», και πέταξε αρκετά σακούλια με χρήματα μέσα στη χύτρα. Αμέσως μόλις τα σακούλια έπεσαν στον πάτο με ένα πολύ γλυκό «γκλινγκ», η χύτρα κίνησε ξανά και βγήκε από το δωμάτιο. Ο πλούσιος άντρας φώναζε και τσίριζε, αλλά μέχρι να φτάσει ο αμαξάς, ο υπηρέτης του και ο ιπποκόμος στο μεγάλο σαλόνι, η χύτρα δεν φαινόταν πουθενά.
Κατηφόριζε στο δρομάκι για το σπίτι του γεωργού. Αυτός και η γυναίκα του χάρηκαν που είδαν ξανά τη χύτρα και ευχαριστήθηκαν ακόμη περισσότερο όταν ανακάλυψαν τα σακούλια με το χρυσό και το ασήμι. Aκόμη κι όταν αγόρασαν μια καινούρια αγελάδα, υπήρχαν μέσα αρκετά χρήματα για να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους.
Όσο για την παλιά χύτρα του βραστού, αυτή καθόταν ήσυχα δίπλα στη φωτιά για πολλά, πολλά χρόνια. Και ύστερα, μια μέρα, βγήκε ξαφνικά από την πόρτα, κατηφόρισε στον δρόμο μέχρι που δεν φαινόταν πια και ο γεωργός με τη γυναίκα του δεν την ξαναείδαν ποτέ.
Με τα δυο χεράκια
πλάθω κουλουράκια
κουλουράκια, κουλουράκια.
Ο φούρνος θα τα ψήσει
το σπίτι θα μυρίσει
κουλουράκια, κουλουράκια.
Τι γλυκά κι αφράτα
όλα μυρωδάτα
κουλουράκια, κουλουράκια
Γι’ αυτό και στο σχολειό τους
παίρνουν τα παιδάκια
κουλουράκια, κουλουράκια.