Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Οι Δώδεκα Μήνες (παραμύθι)

Μια χρονιά τελειώνει και μία νέα ξεκινάει! Έτσι περνούν οι ώρες, οι μέρες και οι μήνες.
Στους 12 Μήνες κάθε χρόνου είναι αφιερωμένο το ομώνυμο παιδικό παραμύθι!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο Άγιος και το κουπί

Το σπίτι του Γιάννη είναι κοντά στο βουναλάκι του χωριού και κάθε πρωί που ξυπνά αντικρίζει από το παράθυρό του το άσπρο εκκλησάκι, που είναι χτισμένο στην κορυφή του, τον Προφήτη Ηλία. Πολλές φορές ο Γιάννης έχει ανέβει με τον παππού και έχει ανάψει το κεράκι του μπρος στην εικόνα του Αγίου. Ο Γιάννης όμως τώρα μεγάλωσε και θέλει όλα να τα μαθαίνει.
-Γιατί, γιαγιά, ο Άγιος βαστά στον ώμο του ένα κουπί; Τι το θέλει στην κορφή του βουνού το κουπί; Τόσο πολύ αγαπάει τη θάλασσα;
-Κάθε άλλο, του λέει η γιαγιά του. Άκου την ιστορία του για να τη μάθεις, Γιάννη μου! Ο Αη-Λιάς μπήκε από μικρός στα βάσανα της θάλασσας και γέρασε πάνω στο κύμα και μέσα στις φουρτούνες. Κακόπαθε τόσο σα ναύτης και κόντεψε τόσες φορές να πνιγεί, που βαρέθηκε πια τη θάλασσα και τα ταξίδια κι αποφάσισε, σα γέρασε, να πάει σ’ ένα μέρος που να μην ξέρουν οι άνθρωποι ούτε τι θα πει καράβι και θάλασσα. Πήρε λοιπόν το κουπί του στον ώμο και βγήκε στη στεριά. Περπάταγε, περπάταγε βδομάδες και μήνες, και όποιον συναντούσε του έδειχνε το κουπί και τον ρωτούσε: «Ξέρεις τι είναι αυτό;» «Κουπί» του λέγανε όλοι. Και ο Αη-Λιάς έπαιρνε πάλι το δρόμο και όλο ανέβαινε και πιο ψηλά ώσπου κάποτε έφτασε στην κορυφή ενός βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που βρήκε εκεί πάνω: «Τι ειν’ αυτό που κρατώ;» «Ξύλο», του λένε. Τότε κατάλαβε πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ τους μήτε θάλασσα μήτε κουπί και έμεινε μαζί τους. Γι’ αυτό όταν χτίζουν καμιά εκκλησία στις βουνοκορφές, τη χτίζουν πάντα στ’ όνομα του προφήτη Ηλία.
πηγή: παραμύθια της θείας Λένας.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ένας Γκρινιάρης Καλικάντζαρος…

Ο Φρέντι περνούσε την ώρα γκρινιάζοντας στο φίλο του το Λιουκ.

Ο Λιουκ ήθελε να γίνει καλικάντζαρος – γιατρός και σκέφτηκε πως, ακούγοντας υπομονετικά το Φρέντι να κλαψουρίζει για το παραμικρό χτυπηματάκι, μπορούσε να εξασκηθεί γιατρεύοντάς τον. Έτσι θα μάθαινε το επάγγελμά του.

Μια μέρα, ο Φρέντι ήρθε να τον βρει κλαψουρίζοντας, όμως χωρίς κανένα φανερό τραύμα, ούτε καν κακή όψη. Αντίθετα, ο Λιουκ τον είδε πολύ καλά, χαρούμενο, παρά την γκρίνια του, που, τώρα, έμοιαζε ψεύτικη.

• Πώς είσαι; ρώτησε ο Λιουκ. Έχεις υπέροχη όψη σήμερα.

• Βρίσκεις;… είπε ο Φρέντι. Ωστόσο, δε νιώθω πολύ καλά.

• Πονάει η κοιλιά σου; ρώτησε ο Λιουκ.

• Όχι και τόσο, είπε ο Φρέντι.

• Ναι ή όχι, πονάει η κοιλιά σου; είπε κοφτά ο Λιουκ.

• Όχι! Δε νομίζω.

• Λοιπόν! Τι τρέχει; ρώτησε ενοχλημένος ο Λιουκ.

• Δεν ξέρω, είπε ο Φρέντι. Δεν είμαι καλά.

Ο Λιουκ δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το φίλο του, που χαμήλωσε το βλέμμα και δεν είπε τίποτα.

• Νομίζω πως ασχολιόμαστε υπερβολικά μαζί σου, φιλαράκο μου, είπε ο Λιουκ. Άλλωστε κι εσύ ασχολείσαι πολύ με τον εαυτό σου. Προσπάθησε να σκεφτείς λίγο και τους άλλους και θα νιώσεις καλύτερα, σε διαβεβαιώ.

• Μα κανείς δε με χρειάζεται, είπε ο Φρέντι.

Ο Φρέντι είχε δίκιο. Επειδή βογκούσε όλη μέρα και παραπονιόταν συνεχώς, όλοι τον απέφευγαν και κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να του ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση. Τον ρωτούσαν απλώς αν ήταν καλά και ο Φρέντι δε απαντούσε ποτέ ναι.

– Δεν υπάρχει λύση για σένα, Φρέντι, είπε ο Λιουκ κάπως σκληρά. Είσαι χαμένη περίπτωση. Θα είσαι όλη σου τη ζωή ένας γκρινιάρης καλικάντζαρος. Στα καλικαντζαροχωριά, πάντα υπάρχουν ένας δυο τέτοιοι. Ε λοιπόν, εδώ, αυτός θα είσαι εσύ. Δεν πειράζει, έτσι είναι.

– Νομίζεις; ρώτησε ο Φρέντι αναστατωμένος.

Και γύρισε στο σπίτι του, ευχαριστημένος που ήταν επιτέλους κι αυτός ξεχωριστός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ο γκρινιάρης του χωριού.

Πηγή: από το βιβλίο Χειμωνιάτικες Ιστορίες (Gregoire Solotareff)

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο παπάς, η αλεπού & ο γάιδαρος

DonkeyΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς και μια παπαδιά. Μια μέρα ο παπάς λέει στην παπαδιά του:

– Ζέψε μου το γάιδαρο, παπαδιά, να πάω να μαζέψω τα ψυχούδια,* που είναι σήμερα Ψυχοσάββατο.

– Καλά, παπά μου, του λέει η παπαδιά κι επήε και του ’ζεψε το γάιδαρο. Ο παπάς τον καβαλίκεψε κι έφυγε.

Αφού μάζεψε όλα τα ψυχούδια, εφόρτωσε το γάιδαρό του και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στο δρόμο όμως που πήγαινε, βλέπει ξαπλωμένη κάτου μιαν αλουπού. Την εσκούντησε λίγο, μα είδε πως ήταν ψόφια και την άφησε. Εκεί που περπατούσε, απάντησε κι άλλη αλουπού, το ίδιο κι αυτή ψόφια. Και λέει μέσα του ο παπάς: «Μωρέ, και ψόφιες που είναι, κάτι αξίζουν· ετούτη μάλιστα έχει κι ωραίο δέρμα, κι αν τη γδάρω και πουλήσω το δέρμα της, κάτι θα πιάσω. Άσ’ τηνε όμως τώρα, και γυρίζω έπειτα και την παίρνω». Προχωρώντας, απανταίνει κι άλλη αλουπού. «Μωρέ, λέει, θα γυρίσω ναν τις μάσω και τις τρεις.» Κι απαράτησε το γάιδαρο μοναχόνε. Πάει όμως να πάρει τις αλουπούδες και δεν εβρήκε καμιά· γιατί οι ψόφιες αλουπούδες που απάντησε ήταν και οι τρεις μια ζωντανή, που όλο έτρεχε μπροστά από τον παπά κι έκανε την ψόφια. Γυρίζει τότες πίσω ο παπάς, κοιτάζει για το γάιδαρό του, μα τίποτα. Είχε γίνει κι εκείνος άφαντος. Πάει σπίτι του και ρωτάει την παπαδιά.

– Παπαδιά μου, ήρθ’ ο γάιδαρός μας;

– Όχι, του λέει εκείνη.

Την ίδια στιγμή, νά σου και το γαϊδούρι, αλλά χωρίς ψυχούδια. Η αλουπού το ’χε πάρει στη φωλιά της, και μαζί με άλλες αλουπούδες εξεφόρτωσε τα ψυχούδια. Ο παπάς, μόλις είδε το γάιδαρο αδειανό, άρπαξε έναν πορτιέρη* κι άρχισε να τον κοπανάει στα καλά.

– Τι έκαμες, μωρέ τα ψυχούδια;

Ο γάιδαρος τότες του λέει;

– Σαμάρωσέ με, δέσποτα, βάλε μου και καινούργια σκοινιά, και θα δεις που θα σου φέρω τις αλουπούδες που μας πήρανε τα ψυχούδια.

Ευχαριστημένος ο παπάς, τον εσαμάρωσε και τον έστειλε. Ο γάιδαρος πήγε όξου από τη φωλιά των αλεπούδωνε κι έκανε τον ψόφιο. Βγαίνει μια αλουπού, βλέπει έτσι το γάιδαρο, και γυρίζει και το λέει στις άλλες. Τρέχουν όλες τους τότες και δένονται από τα σκοινιά του γαϊδάρου, για να τον τραβήξουνε μέσα στη φωλιά τους. Αλλά την ίδια στιγμή σηκώνεται εκείνος, κι όπως ήτανε δεμένες οι αλουπούδες, αρχίζει να τρέχει, και τις έσυρε ώς το σπίτι του παπά.

Ο παπάς ευχαριστήθηκε πολύ και λέει στην παπαδιά:

– Βλέπεις, παπαδιά μου, ο κακομοίρης ο γαϊδαράκος μας τι καλός που είναι; Τώρα, με τα τομάρια από τις αλεπούδες θα πάρουμε πολλά λεφτά.

Κι εζήσανε καλά κι εμείς εδώ καλύτερα.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ένας νοικοκύρης Τυφλοπόντικας

Ήρθε ο Aπρίλης. Όλος ο κάμπος ήταν πράσινος και λουλουδιασμένος. Tα κοτσύφια, οι κορυδαλλοί, τ’ αηδόνια, όλα τα πουλιά φτερούγιζαν στα κλαριά και κελαηδούσαν χαρούμενα.

O τυφλοπόντικας, καθώς κυνηγούσε, άκουσε μια μέρα μια φωνή από το δάσος: «κούκου! κούκου!»

«Kι άλλος φαγάς μάς ήρθε» συλλογίστηκε. «Φαγάς, μα κακός νοικοκύρης. Oύτε φωλιά χτίζει, ούτε τ’ αυγά του κλωσά. Tα γεννά σε ξένες φωλιές και δε γυρίζει να τα κοιτάξει. Δε σου λέω! Tρώω κι εγώ, μα δεν του μοιάζω στην κακομοιριά».

Έφαγε δυο κάμπιες κι έπειτα είπε: «Kαιρός να φροντίσω για το νοικοκυριό μου».

– Για να σου πω, γυναίκα, γύρισε κι είπε σε μια κομψή τυφλοποντικίνα, που κυνηγούσε εκεί κοντά· το κυνήγι λιγόστεψε εδώ πέρα.

– Tο βλέπω κι εγώ, απάντησε εκείνη λυπημένη.

– Kαλά θα κάμουμε, λέω, να περάσουμε αύριο το ποτάμι και να πάμε στον αντικρινό τον κήπο.

– Όπως θέλεις, άντρα μου, λέει η τυφλοποντικίνα πρόθυμα.

Έτσι, την άλλη την αυγή ο τυφλοπόντικας κι η γυναίκα του πήγαν στην άκρη στο ποτάμι. H άλλη όχθη ήταν ώς διακόσια μέτρα αντίπερα. Παραμέρισαν τις τρίχες που σκέπαζαν το πρόσωπό τους, και στη θέση των ματιών πρόβαλαν δυο μαύρες και λαμπερές χαντρίτσες. Kοίταξαν αντίπερα για να βρουν το συντομότερο δρόμο, και μπλουμ! έπεσαν στο νερό.

Tα κατάφεραν καλά στο κολύμπι, και σε λίγο βγήκαν κοντά στον κήπο.

– Aχ! τι ωραίος που είναι ο απάνω κόσμος! είπε η τυφλοποντικίνα.

– Kι ο δικός μας καλός είναι, όσο έχει φαΐ, είπε ο τυφλοπόντικας.

Πλησίασαν στο φράχτη του κήπου. Mουριές ήταν ολόγυρα και χαμόκλαδα πυκνά κι αγκαθωτά. Kοίταξαν από μια τρύπα κι είδαν τον κήπο μέσα ολοπράσινο. Ήταν χωρισμένος σε βραγιές,* και στην κάθε βραγιά κι ένα λαχανικό ή οπωρικό. Eδώ μαρούλια, εκεί κοκκινογούλια, παραπέρα φράουλες· αλλού ήταν μπάμιες και μελιτζάνες, αλλού φασολάκια, αλλού κολοκυθιές, και κάπου λουλούδια λογής λογής.

– Eδώ είναι πιο βολικά να τρυπώσουμε, είπε ο τυφλοπόντικας.

– Όπως ξέρεις, άντρα μου.

Aμέσως άρχισαν τη δουλειά. Oι σουβλερές μουσούδες τους χώνονταν σα σφήνες στο μαλακό χώμα. Mε τα μπροστινά τους πόδια, που είναι σαν τσαπιά παραμέριζαν το χώμα στα πλάγια, και με τα πίσω, που είναι σα φτυάρια, το πετούσαν πίσω τους. Tα μάτια, τα ρουθούνια και τ’ αυτιά τους δε κιντύνευαν διόλου από τα χώματα. Tα είχαν καλά κλεισμένα. Έτσι σε λίγο τρύπωσαν κάτω από τον κήπο. Eκεί άρχισαν αμέσως να φτιάνουν τη φωλιά τους. Πρώτα έσκαψαν το μέρος που θα μείνουν και θ’ αναθρέψουν τα μικρά τους. Έπειτα μια πιθαμή από πάνω, άνοιξαν μεγάλη κουλούρα –τ’ ανώγια τους, να πούμε– και τρία τέσσερα λοξά δρομάκια για ν’ ανεβοκατεβαίνουν από τη φωλιά τους εκεί. Aπό κει πάλι έσκαψαν προς τα κάτω πέντε λοξά δρομάκια, πέρασαν τη φωλιά τους κι άνοιξαν από κάτω άλλη κουλούρα, σα να πούμε τα κατώγια τους. Tέλος από τα πλάγια της κουλούρας έσκαψαν διάφορα άλλα δρομάκια, ίσια και μακριά.

– Mηχανικός μια φορά, ε! είπε στη γυναίκα του θαυμάζοντας το έργο του ο τυφλοπόντικας. Eδώ μέσα ούτε αλεπού, ούτε νυφίτσα μπορεί να μας βρει!

– Kανείς δε σε φτάνει! απάντησε εκείνη κοιτάζοντάς τον τρυφερά.

Πέρασαν κάμποσες ημέρες, κι η τυφλοποντικίνα γέννησε πέντε τυφλοποντικάκια.

– Eίναι για πέταμα, είπε ο πατέρας μόλις τα είδε. Eίναι στραβά κι ολόγυμνα.

– Tάχα δεν ήσουν έτσι και του λόγου σου; είπε η γυναίκα του και τα κοίταξε με καμάρι. Άφησε να μεγαλώσουν λίγο, και να δεις πως θα ομορφύνουν σαν και μας.

Πέρασαν λίγες μέρες, κι άρχισαν να βγαίνουν κυνήγι συντροφιά οι δυο· την ημέρα μέσα στο χώμα και τη νύχτα απάνω στον κήπο.

Eκεί τώρα ήταν μια χαρά. Mεγάλωσαν και τα λαχανικά, και τα σκουληκάκια, οι κάμπιες κι οι σαλίγκαροι κάθονταν αμέτρητοι στις τρυφερές τους ρίζες. Mα και πεταλούδες και βάτραχοι και φρύνοι ήταν μαζεμένοι εκεί. O αχόρταγος όμως τυφλοπόντικας ήταν πάντα ανήσυχος.

– Kάμε γρήγορα, έλεγε κάθε τόσο στη γυναίκα του, να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, γιατί δε θα μείνει τίποτα σε λίγο εδώ μέσα! Δε φτάνει, κυρά μου, ο κήπος για να χορτάσουν εφτά στόματα. Eσύ τώρα να κυνηγάς τους κολοκυθοκόφτες,* που τρώνε τις ρίζες, κι ύστερα βρίσκουμε τον μπελά μας από τους κυρ Mηνάδες, τους περιβολάρηδες.

– Tι κουτοί, αλήθεια κι απαλήθεια! κάνει η τυφλοποντικίνα. Δε θέλουν να πιστέψουν πως εμείς δεν καταδεχόμαστε να τρώμε άνοστες ρίζες.

Kάποτε, πριν να ξημερώσει, ο τυφλοπόντικας γύρισε καταματωμένος.

– Aυτά παθαίνει όποιος έχει πολλά παιδιά να θρέψει… μουρμούριζε καθώς έμπαινε στη φωλιά του.

– Tι τρέχει; τον ερώτησε ανήσυχα η γυναίκα του.

– Άφησέ με κι εσύ.

H τυφλοποντικίνα πήγε κοντά του.

– Λαχτάρα μου! φώναξε· είσαι γεμάτος αίματα! Ποιος σε χτύπησε;

– Δεν είναι δα και τόσο σοβαρά τα πράγματα, λέει ο τυφλοπόντικας. Mην κόβεις το αίμα σου. Nα, καθώς κυνηγούσα στον κήπο, γνωρίστηκα για πρώτη φορά μ’ ένα φρύνο.

– M’ αυτόν τον ασχημομούρη; Mα κείνος δε μπορεί να πάρει τα πόδια του κι όλο τρικλίζει! λέει η γυναίκα του.

– Nαι, μ’ αυτόν. Mου έπαιρνε τα καλύτερα κομμάτια. Έβρεξε αποβραδίς και βγήκαν κάτι ολόπαχοι γυμνοσάλιαγκοι. Ήταν ένας, που τι να σου πω, γυναίκα; να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Πήγε να τον αρπάξει κι αυτόν. E, δεν κρατήθηκα και του δίνω μια δαγκωματιά. Kαλύτερα να μην την έδινα. Kάηκα, φαρμακώθηκα. Άναψε η γλώσσα μου, γυναίκα, και μούδιασαν τα δόντια μου.

– Kαλέ, τι κρέας είναι αυτό που έχεις! του κάνω.

– Kαι τι νόμισες; λέει εκείνος με γέλια. Aν είστε σεις παλικαράδες και φορείτε τα δόντια σας, έχουμε και μεις τον τρόπο να σας ξεδοντιάζουμε.

– Nα μας ξεδοντιάζετε; κάνω με απορία.

– Aμέ τι; Δάγκασέ με πάλι, έλα δάγκασέ με σα θέλεις, κολλώντας μ’ επιμονή κολλώντας απάνω μου.

– Kι αν σε δαγκάσω, τι; τον ρωτώ με θυμό.

– Eίσαι φαρμακωμένος, δόλιε! μου λέει· όλο μου το κορμί αναδίνει φαρμάκι· σε λίγο μας αφήνεις χρόνους· γράψε τη διαθήκη σου, να την πάω στη γυναίκα σου.

Tι να σου ειπώ· τα χρειάστηκα. «Aυτό λείπει» είπα μέσα μου «να πεθάνω χωρίς να δω τους δικούς μου.»

– Tον καημένο! λέει η τυφλοποντικίνα.

Kι άρχισε να δακρύζει.

– Aρχίζω, που λες, και φτύνω, φτύνω για να βγάλω το φαρμάκι. Eκεί που έφτυνα, νά σου μια νυχτερίδα εμπρός στη μύτη μου. Xαμ, κάνω να την αρπάξω. Kαθώς ξέρεις γυναίκα, το κρέας της νυχτερίδας είναι νόστιμο και τρυφερό σαν του ποντικού. Eκείνη όμως μου ξέφυγε, και τα νύχια της κουκουβάγιας που την κυνηγούσε, μπήκαν στο κορμί μου. Kαλά που με πήρε ξώδερμα και προλαβα να τρυπώσω. «Kουκουβάο! Kουκουβάο!» φώναξε η κουκουβάγια με θυμό. Kαταλαβαίνεις τι ήθελε να πει: «Όταν ξαναπέσετε στα νύχια μου θα σας δείξω, και σένα και της νυχτερίδας!» Δε φτάνουν όλα αυτά, μα καθώς ερχόμουν εδώ, απάντησα το γείτονα μας, τον τυφλοπόντικα. Tον έπιασα κι άλλη φορά να κυνηγά στον τόπο μου και μαλώσαμε στα γερά.

– Πάλι εδώ είσαι; του κάνω.

– Kαι που θέλεις να ’μαι; μου λέει.

– Δε σου είπα να μην ξαναφανείς εδώ μέσα;

– Kαι ποιος είσαι σύ που προστάζεις έτσι; Δικό σου είναι το περιβόλι;

– Δικό μου· δεν το ξέρεις;

– Δικό σου ξεδικό σου, εγώ θα μείνω εδώ! Aν δε σ’ αρέσει, τράβα να πας σε καλύτερο! μου λέει αδιάντροπα. Δεν κρατήθηκα, γυναίκα· του ρίχνομαι κι αρχίζουμε τις δαγκωσιές. Mια εκείνος, δέκα εγώ. Kάποτε τον πετυχαίνω στο λαιμό, και πάρ’ τον κάτω. Λιγοθύμισε ο παλικαράς.

– Kαι τώρα;… ρώτησε η γυναίκα του.

– Tώρα;… Ξύπνα τα παιδιά, και δρόμο. Δε μας χωράει πια ο κήπος. Eκεί που θα πάτε, να μείνεις κάμποσο καιρό μαζί τους, κι ύστερα να τα στείλεις να βρει το καθένα την τύχη του.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η κάμπια

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μικρούλα κάμπια.

Κολλημένη πάνω σ’ ένα φύλλο η κάμπια κοιτούσε
με ενδιαφέρον τα έντομα που τραγουδούσανε, έτρεχαν, πηδούσανε και διασκέδαζαν.
Όλα γύρω της ήταν σε κίνηση.
Μόνο αυτή η καημένη δεν μπορούσε ούτε ήχο να βγάζει, Πεταλούδα
ούτε να τρέχει, ούτε να πετάει.
Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε
μόνο να σέρνεται.
Και ως που να μετακινηθεί από ένα φύλλο σε άλλο, χρειαζόταν πάρα πολύ ώρα.

Παρόλα αυτά δεν παραπονιόταν και
δεν ζήλευε κανέναν.
Κατανοούσε πως ο καθένας κάνει αυτό που του ορίζει η φύση.
Γνώριζε ότι αφού ήταν κάμπια έπρεπε να υφαίνει πολύ λεπτά μεταξένια νήματα και να πλέκει με αυτά το σπιτάκι-κουκούλι της.
Χωρίς πολλές κουβέντες η κάμπια άρχισε με υπομονή και επιμέλεια να εκτελεί το έργο της και να υφαίνει, να υφαίνει,
να υφαίνει… ώσπου την κατάλληλη ώρα βρισκόταν τυλιγμένη ολόκληρη μέσα σε ένα θερμό κουκούλι.

– Και μετά τι;
αναρωτιότανε η μικρούλα κάμπια μέσα στο κουκούλι της,
αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.
– Όλα έχουν τη σειρά τους, άκουσε την απάντηση,
να έχεις υπομονή και θα δεις.
Πέρασε ο καιρός και η υπομονετική κάμπια ξύπνησε και ανακάλυψε πως δεν ήταν πια δυσκίνητη.
Δεν ήταν καν κάμπια!

Γρήγορα και με επιδεξιότητα βγήκε από το κουκούλι.
Με έκπληξη αντιλήφθηκε πως είχε δυο ελαφρά,
πολύχρωμα και φανταχτερά φτερά.
Ενθουσιασμένη κούνησε τα φτερά της με χαρά και
σαν πούπουλο τινάχτηκε στον αέρα και
πέταξε στο γαλανό ουρανό.
Είχε μεταμορφωθεί!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το Καλάμι κι η Ελιά

olive branchΜια φορά δίπλα σε μια ελιά είχε φυτρώσει ένα καλάμι.
Η ελιά ήταν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο με πολλά κλαδιά που
κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια,
έγερναν από το βάρος του καρπού.

Το καλάμι πάλι ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε το σχήμα του αδραχτιού.

Η ελιά καυχιόταν ολοένα:

-Τι είσαι συ μπροστά μου; έλεγε στο καλάμι
Εγώ είμαι ένα δέντρο μεγάλο, δυνατό, ευλογημένο. Οι άνθρωποι με λατρεύουν
γιατί τους δίνω τις ελιές και το λάδι μου, τους δίνω ξερόκλαδα για να ζεσταίνονται,
τους δίνω ξύλα για να φτιάχνουν ακριβά έπιπλα. Είμαι μεγάλη, ψηλή, γερή
και συ είσαι ένα αδύναμο πραγματάκι που λυγίζεις μπροστά σ’ όλους τους ανέμους και τους προσκυνάς. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχεις την τόλμη να φυτρώνεις πλάι μου.

Το καημένο το καλάμι που ήταν από φυσικού του ντροπαλό, τα’ άκουγε όλα αυτά και δεν έλεγε τίποτα κι ούτε και θύμωνε γιατί αυτό δεν είχε να καυχηθεί για τίποτα.

Ήρθε ένας χειμώνας όμως βαρύς κι άρχισε να φυσάει ένας αέρας δαιμονισμένος,
που χτυπούσε με μανία την ελιά ώσπου στο τέλος την ξερίζωσε.
Το καλάμι, με το πρώτο φύσημα του ανέμου, έγειρε, λυγερό όπως ήτανε,
προς το νερό κι έτσι ο άνεμος περνούσε από πάνω του χωρίς να το πειράξει.
Κι όταν η καταιγίδα σταμάτησε κι ο άνεμος έπαψε να φυσάει,
η ελιά απόμεινε πεσμένη στο χώμα και το καλάμι σηκώθηκε
πάλι όρθιο και λυγερό, όπως και πριν.

Βλέπετε, το καλάμι ήξερε να υποχωρεί εκεί που ένιωθε ότι δεν είχε δύναμη ν’ αντισταθεί, ενώ η ελιά πλήρωσε με τη ζωή της την υπερηφάνειά της.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η γέννηση της πεταλούδας

Κάποια μέρα ο Δημιουργός, ξεκουραζόταν και καθισμένος κοιτούσε μερικά παιδιά που έπαιζαν σε ένα χωριό, γελώντας και τραγουδώντας.

Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα γεράσουν. Το δέρμα τους θα ζαρώσει. Τα μαλλιά τους θα γκριζάρουν. Τα δόντια τους θα πέσουν.
Τα αξιολάτρευτα κοριτσάκια μεγαλώνοντας θα γίνουν άσχημες γριές γυναίκες.
Αλλά ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι, τυφλοί και ψωριάρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.

Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός και ο ήλιος έλαμπε.

Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του φωτός στο έδαφος και τα κίτρινα φύλλα που τα παρέσυρε ο άνεμος εδώ κι εκεί. Κοίταξε το γαλάζιο του ουρανού, το λευκό του καλαμποκάλευρου και ξαφνικά χαμογέλασε. Όλα αυτά τα χρώματα, σκέφτηκε, πρέπει να διατηρηθούν. Θα φτιάξω κάτι που θα με κάνει χαρούμενο, κάτι που θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.

Έτσι ο Δημιουργός πήρε την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα: μια ηλιαχτίδα, μια χούφτα μπλε του ουρανού, λευκό από το καλαμποκάλευρο, λίγη σκιά από τα παιδιά που έπαιζαν, μαύρο από τα όμορφα μαλλιά ενός κοριτσιού, κίτρινο από τα φύλλα που έπεφταν, πράσινο από τις πευκοβελόνες, κόκκινο, μωβ και πορτοκαλί από τα λουλούδια.

Αφού τα έβαλε όλα αυτά, στην τσάντα του, πρόσθεσε και τα τραγούδια των πουλιών.Τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε:
– Παιδιά, αυτό είναι για εσάς, τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε
– Ανοίξτε το, υπάρχει κάτι όμορφο μέσα.

Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε εκατοντάδες πολύχρωμες πεταλούδες
ξεχύθηκαν έξω από αυτήν, πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν λίγο στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο.
Τα παιδιά γοητευμένα από το θέαμα, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο.
Τότε οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδάνε, ενώ τα παιδιά τις χάζευαν χαμογελώντας.

Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα πουλί ήρθε πετώντας και κάθισε στον ώμο του Δημιουργού, λέγοντας του:
– Δεν είναι σωστό, που έδωσες τα τραγούδια μας σε αυτά τα όμορφα νέα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, μας είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το τραγούδι του. Τώρα έδωσες και αλλού αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά, τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
– Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να σας πάρω ότι σας ανήκει».

Έτσι πήρε πίσω τα τραγούδια από τις πεταλούδες και γι’ αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές.
– Ακόμα και έτσι είναι όμορφες!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η αλεπού φωτογράφος…

Μια αλεπού ανακάλυψε μια ωραία μέρα ότι η αληθινή της κλίση ήταν η φωτογραφία, και μάλιστα ότι ήθελε να γίνει πλανόδιος φωτογράφος. Μα καλά, θα καθόσασταν εσείς να σας βγάλει φωτογραφία αυτή η πανούργα κουτσομπόλα; Εγώ, για να σας πω την αλήθεια, όχι. Και να σας εξηγήσω και τους λόγους μου.

Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.

–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.

–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!

Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα…
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν… Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.

Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;

Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.

Πηγή: Από το βιβλίο “Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο”

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η Λιχούδα Αρκουδίτσα

Της Αγλαϊας Κρίκα, paramythi.com

Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια τόσο δα μικρούλα αρκουδίτσα, η μικρότερη σε ηλικία στο χωριό Μιάμ-Μιάμ! Τρελαινόταν για ολόφρεσκα γλυκά κάθε είδους και φυσικά για λαχταριστό μέλι! Κάθε μέρα έτρωγε φρυγανιές με μέλι, σοκολατένια γλυκά και γλειφιτζούρια.

Η μαμά αρκούδα της έλεγε συνέχεια: «Καταλαβαίνω μικρή μου αρκουδίτσα ότι δεν μπορείς να αντισταθείς στα πεντανόστιμα γλυκά του φούρνου του χωριού μας, αλλά καλό θα ήταν να τρως λιγότερα. Δεν κάνει καλό τα παιδιά να τρώνε τόσα πολλά γιατί χαλάνε τα δόντια και κάνουν την κοιλίτσα να πονάει. Πρέπει να τρώνε και χορταράκια, φακές , φασολάκια, κρεατάκι!»

Αλλά η μικρή μας αρκουδίτσα δεν άκουγε τη μαμά της και όχι μόνο αγόραζε πολλά γλυκά αλλά δεν τα μοιραζόταν και με τα αδερφάκια της που της ζητούσαν να φάνε. Οι μέρες περνούσαν και έφτασε η γιορτή του γλυκού που γινόταν κάθε χρόνο στο χωριό Μιάμ-Μιάμ! Ααα η μικρή μας τρελαινόταν γι’ αυτή τη γιορτή! Διαρκούσε τρεις ημέρες .Εκεί οι μαμάδες αρκούδες έφτιαχναν πολύχρωμες λιχουδιές και γλειφιντζούρια σε διάφορα σχήματα! Την Τρίτη μέρα γινόταν ο διαγωνισμός του καλύτερου γλυκού και στο τέλος τα μικρά αρκουδάκια μπορούσαν να φάνε όσα γλυκά ήθελαν!

Η αρκουδίτσα λοιπόν τις δύο πρώτες μέρες έφαγε πάρα πολλά και έτσι την τελευταία και καλύτερη μέρα της γιορτής πόναγε η κοιλιά της. Μεγάλο κακό την βρήκε αφού πέρασε όλη την ημέρα στο σπίτι! Στεναχωριόταν πολύ που δεν είχε ακούσει τις συμβουλές της μαμάς της.

Όταν το βράδυ τα αδερφάκια της γύρισαν σπίτι η μικρή αρκουδίτσα τα ρώτησε : «καλά μου αδερφάκια εμένα μου φέρατε λιχουδιές? »

Εκείνα απάντησαν: «όχι δεν σου φέραμε γιατί πονάει η κοιλιά σου και εμείς όταν σου ζητούσαμε δεν μας έδινες».

Η μαμά και τα αδερφάκια της αποφάσισαν να της δώσουν ένα μάθημα. Δεν θα την άφηναν να φάει λιχουδιές για λίγες μέρες…αχ παιδιά μου όπως τα ακούτε! Ήταν οι χειρότερες μέρες της ζωής της! Έτσι η αρκουδίτσα κατάλαβε το λάθος της και ζήτησε συγνώμη. «Μπράβο μικρή μας αδερφούλα, είσαι υπέροχη. Στο μεγάλο ντουλάπι της κουζίνας σε περιμένει μια έκπληξη», είπαν τα αδερφάκια της. Και μια και δυο η αρκουδίτσα τρέχει και ανοίγει το δώρο της !

Ήταν ένα πολύχρωμο κουτί γεμάτο κάθε λογής λιχουδιές!!! Η μικρή αρκουδίτσα χάρηκε πάρα πολύ. «Υπόσχομαι να είμαι καλό παιδί, να σε ακούω μαμά και να τρώω όλα τα φαγητά που μαγειρεύεις», είπε.

Έτσι η λιχούδα αρκουδίτσα μας από τότε απολάμβανε τα αγαπημένα της γλυκά μία φορά την εβδομάδα και δεν την ξαναπόνεσε ποτέ η κοιλίτσα της..γι αυτό κ εσάς αν σας αρέσουν τόσο πολύ τα γλυκά σκεφτείτε το πριν τα φάτε όλα και περάσετε την ίδια στεναχώρια με την αρκουδίτσα..καλύτερα μοιραστείτε τα με τους φίλους σας και τα πρόσωπα που αγαπάτε!

Το παραμύθι έγραψε η Αγλαΐα Κρίκα, Φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών, τμήμα Νηπιαγωγών. Ευχαριστούμε!