Κατηγορίες
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό

Τα παιδιά σχηματίζουν όλα μαζί ένα κύκλο και κάθονται κάτω σταυροπόδι με τα χέρια πίσω και τις παλάμες ανοιχτές.
Ένα παιδί που κάνει τη “μάνα” στέκεται έξω από τον κύκλο και κρατάει ένα μαντήλι. Η μάνα γυρίζει γύρω γύρω από τον κύκλο τραγουδώντας:

“Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό,
έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω
παπούτσια δεν μου πήρε να πάω στο χορό”!

Καθώς η μάνα τραγουδάει και τρέχει γύρω από τον κύκλο, πετάει κρυφά το μαντίλι πίσω από ένα παιδί και συνεχίζει να περπατάει γύρω γύρω τον κύκλο (από την μία φορά του π.χ. δεξιόστροφα), μέχρι να καταλάβουν τα υπόλοιπα ότι δεν το κρατάει πια. Τότε όλα τα παιδιά ψάχνουν με τα χέρια πίσω τους να δούν μήπως έχουν το μαντίλι. Το παιδί που έχει πια στα χέρια του το μαντήλι σηκώνεται και κυνηγάει τη “μάνα” γύρω γύρω από κύκλο (πάλι μόνο δεξιόστροφα). Σκοπός του παιδιού που κάνει τη μάνα είναι να προλάβει να κάτσει στη θέση του παιδιού που σηκώθηκε, πριν να προλάβει αυτό να την πιάσει. Αν όμως το παιδί προλάβει να την πιάσει, τότε το παιδί που την έπιασε ξανακάθεται στη θέση του και η “μάνα” συνεχίζει ως μάνα μέχρι να καταφέρει να κάτσει.

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Η κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο λύκος (ταινία)

kokkinoskoufitsa

Η κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο λύκος. Από τα ομορφότερα και πιο αγαπημένα κλασικά παραμύθια της γιαγιάς. Τα παλιά, απλά, αξέχαστα παραμύθια.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το φαρμακερό αγκάθι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν την πιο όμορφη βασιλοπούλα του κόσμου. Την καμάρωναν την πεντάμορφη κόρη τους και την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους, να μην τους πάθει κανένα κακό. Μια μέρα όμως που η βασιλοπούλα είχε βγει στο περιβόλι του παλατιού να παίξει με τις φιλενάδες της, πήγε να κόψει ένα τριαντάφυλλο, κι ένα αγκάθι της τρύπησε το δάχτυλο τόσο βαθιά, που αμέσως λιποθύμησε. Αμέσως τότε φτάσανε οι γιατροί του παλατιού, να γιατρέψουν την πεντάμορφη βασιλοπούλα, μα κανείς δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Το αγκάθι ήταν φαρμακερό, και η μικρή πριγκίπισσα έμεινε πια με τα μάτια κλειστά. Τότε την ξάπλωσαν σ’ ένα λουλουδένιο κρεβάτι, και κει πάνω, κοιμόταν χρόνια και χρόνια. Κάποια νύχτα έφτασε στο παλάτι από μια μακρινή πολιτεία ένα όμορφο βασιλόπουλο, που έψαχνε να βρει την τύχη του. Ο βασιλιάς καλοδέχτηκε το βασιλόπουλο στο παλάτι του. Την νύχτα όμως, αν και ήταν πολύ κουρασμένο το βασιλόπουλο, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, γιατί όλο συλλογιζόταν που θα μπορούσε να βρει την τύχη του. Καθώς όμως τριγύριζε στους διαδρόμους του παλατιού, είδε να βγαίνει από κάποιο δωμάτιο ένα παράξενο γαλάζιο φως, που του έκανε εντύπωση. Πλησίασε, άνοιξε την πόρτα, και είδε την όμορφη βασιλοπούλα να κοιμάται στο λουλουδένιο της κρεβάτι. Πήγε κοντά της, γονάτισε και έμεινε εκεί ώρες να την κοιτά. Έπειτα, πήρε το χέρι της και το χάιδεψε απαλά. Κάποιο αγκάθι ένιωσε στο δάχτυλό της. Το τράβηξε με προσοχή και αμέσως είδε τη βασιλοπούλα να ανοίγει τα όμορφα μάτια της. Χαμογέλασε στο βασιλόπουλο και εκείνο έσκυψε και της φίλησε το μικρό της χεράκι. Μια παράξενη μουσική ακούστηκε την ίδια στιγμή σε όλο το παλάτι. Όλοι ξύπνησαν και έτρεξαν να δούνε από πού έρχεται. Έτρεξε και ο βασιλιάς με τη βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας και εκεί είδαν το θαύμα που είχε γίνει. Ευτυχισμένοι και οι δυο τους, αγκάλιασαν την κόρη τους και τη γέμισαν φιλιά. Αγκάλιασαν και το βασιλόπουλο, που ξανάδωσε τη ζωή στο παιδί τους.

-Όπου και να πας, δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ, του είπαν.
Μα το βασιλόπουλο, αγκαλιάζοντας τη μικρή βασιλοπούλα, απάντησε:
-Δε θα γυρίσω πια άλλο τον κόσμο, γιατί την τύχη μου τη βρήκα. Αν το θέλετε και σεις θα ζήσω εδώ, μαζί σας, για πάντα.
Σε λίγον καιρό το γενναίο βασιλόπουλο πήρε γυναίκα του τη μικρή πριγκίπισσα, και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

πηγή: παραμύθια της θείας Λένας

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η αλεπού και η ουρά της

Για κοίταξε την κυρά Πονήρω, την αλεπού. Δε σου φαίνεται σκεπτική; Ξέρεις γιατί; Γιατί συλλογίζεται τι πονηριά να κάνει πάλι για να βρει έναν καλό μεζέ. Εκεί όμως που περπατούσε ξένοιαστη, χόπ, πιάνεται σε μια παγίδα. Ευτυχώς δεν πιάστηκε ολόκληρη, μόνο η ουρά της, και βάζοντας όλη της τη δύναμη μπόρεσε και λευτερώθηκε. Λαχανιασμένη, έτρεξε και έφτασε στο ποταμάκι. Σαν έσκυψε όμως να πιεί νερό, τι να δει; Η παγίδα της είχε κόψει την ουρά!
– Πω, πω, τι έπαθα, ξεφώνισε. Τι θα γίνω τώρα; Οι άλλες αλεπούδες θα ‘χουν την όμορφη φουντωτή ουρά τους κι εγώ θα είμαι κολοβή σα μαϊμού; Κάτι πρέπει να σκεφτώ! Τι να κάνω;
Ξαφνικά της ήρθε μια σκέψη κι άρχισε να τρέχει έξω από όλες τις αλεπουδοφωλιές και να φωνάζει:
– Ελάτε όλες οι αλεπούδες στην πλατεία με τις αγριοκαστανιές, έχω να σας πω σπουδαία νέα.
Και να, σε λίγο, μικρές και μεγάλες αλεπούδες μαζεύτηκαν στην πλατεία.
-Έχω να σας πω ένα σπουδαίο νέο, τους είπε η κυρά Πονήρω. Ανακάλυψα πως η ουρά μας είναι το πιο περιττό μερος από το σώμα μας. Δεν είναι παι καθόλου της μόδας μια αλεπού να ‘χει ουρά. Είναι απρέπεια κι εξ άλλου είναι και ένα περιττό βάρος. Γι’ αυτό κι εγώ όπως βλέπετε, έκοψα τη δική μου ουρά για να σας δώσω το καλό παράδειγμα. Τρέξτε λοιπόν και κόψτε και σεις τη δικιά σας. Καμία δεν πρέπει να μείνει με ουρά.
Οι αλεπούδες άκουγαν και γύριζαν και κοίταζαν την ουρά τους. Μια όμως απ’ αυτές, η πιο έξυπνη, της είπε:
– Αυτά να τα λες αλλού, κυρά Πονήρω. Επειδή, ποιος ξέρει, με ποια απροσεξία σου έχασες την ουρά σου, θέλεις τώρα να μας παρασύρεις και μας να κόψουμε τη δική μας ουρά. Σε καταλάβαμε, πονηρή. Αυτό σε συμφέρει. Μείνε λοιπόν μόνο εσύ κολοβή, κι εμείς με την όμορφη ουρά μας.
Και φύγανε όλες και παρατήσανε μόνη την πονηρή αλεπού να κοιτάζει λυπημένη την κομμένη της ουρά.

πηγή: παραμύθια της θείας Λένας

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Αρνίτσι-μπίτσι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και δεν είχε παιδιά. Είχε λοιπόν ένα αρνάκι και το είχε σαν παιδάκι της.
Το τάιζε, το πότιζε, το έλουζε κάθε μέρα, και το έστελνε στο σχολείο να μάθει γράμματα.
Πήγαινε κάθε μέρα η γριά στο βούνο και μάζευε χορταράκι για να φάει τ’ αρνάκι της.
Σαν έφτανε έξω από το σπίτι της, έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Την άνοιγε τ’ αρνάκι κι έμπαινε η γριά μέσα.
Έμαθε ο κυρ Νικόλας ο λύκος πως είχε η γριά ένα αρνίτσι-μπίτσι και το λιμπίστηκε να το φάει. Μια μέρα λοιπόν, όταν την είδε που βγήκε να μαζέψει χορταράκι, την παραμ΄νεψε ώσπου να γεμίσει το καλαθάκι της. Ύστερα την πήρε από πίσω, και όταν έφτασε η γριά στο σπιτάκι της, κρύφτηκε ο λύκος κοντά στην πόρτα. Άκουσε τη γριά που φώναζε τ’ αρνάκι της κι έμαθε τα λόγια που του έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
«Α, είπε μέσα του ο λύκος. Αυτά τα λόγια του λέει και της ανοίγει.»
Την άλλη μέρα παραμόνεψε ο λύκος τη γριά που έφευγε να μαζέψει χόρτα και προτού να φύγει, είπε στ’ αρνάκι της:
-Κοίταξε, αρνάκι μου, μην ανοίξεις σε καθένα παρά σε μένα μονάχα!
-Καλά, μανούλα μου, είπε τ’ αρνάκι.
«Τώρα, σκέφτηκε ο λύκος, θα του πω κι εγώ το τραγουδάκι να μ’ ανοίξει το αρνίτσι-μπίτσι.»
Σε λίγο, λοιπόν, πάει και χτυπάει την πόρτα και λέει με τη χοντρή φωνή του, κάνοντάς της όσο πιο γλυκιά-γλυκιά μπορούσε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Το αρνάκι όμως φώναξε από μέσα:
-Δεν είσαι εσύ η μανούλα μου! Η μανουλίτσα μου έχει γλυκιά και ψιλή φωνή και η δική σου είναι τραχιά και χοντρή.
Πάει τότε ο λύκος στον τροχιστή και του λέει:
-Σε παρακαλώ, τρόχισέ μου τη γλώσσα μου να γίνει ψιλή-ψιλή!
Τρόχισε ο τροχιστής τη γλώσσα του λύκου και την έκανε όσο πιο ψιλή μπορούσε. Τρέχει πάλι εκείνος στο αρνάκι και του λέει γλυκά-γλυκά απέξω από την πόρτα:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Τότε είπε το αρνάκι:
-Εσύ είσαι η μανουλίτσα μου!
Και του άνοιξε.
Μπαίνει ο λύκος μέσα και του δίνει μία «χλαπ!» του αρνιού, και το καταπίνει ολόκληρο!
Ύστερα πάει και χώνεται κάτω από τον καναπέ.
Έρχεται σε λίγο η γριά και φωνάζει:
-Αρνίτσι-μπίτσι!
Μα που τ’ αρνίτσι-μπίτσι, που βρίσκονταν μέσα στη κοιλιά του λύκου!
-Γειτόνισσα, μήπως είδες τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Όχι, δεν το είδα! λέει η γειτόνισσα.
-Δώσε μου σε παρακαλώ το τσεκουράκι σου, ν’ ανοίξω την πόρτα μου, γιατί είναι κλειδωμένη.
Της δίνει η γειτόνισσα το τσεκούρι, ανοίγει η γριά την πόρτα και μπαίνει μέσα. Κοιτάζει από δω, κοιτάζει από κει, πουθενά το αρνάκι της. Άρχισε τότε να κλαίει και να λέει:
-Που είσαι, αρνάκι μου, που είσαι, παιδάκι μου, να φας το χλωρό χορταράκι που σου έφερα!
Στο τέλος πήρε τη ρόκα της και κάθισε στον καναπέ της κι έγνεθε κι έκλαιγε.
Ο λύκος λοιπόν αναδευόταν κάτω από τον καναπέ και καμιά φορά τον πήρε είδηση η γριά. «Τ’ είναι τούτο;» λέει. Σκύβει και βλέπει το λύκο κάτω από το καναπέ;
-Α, εσύ είσαι, κυρ Νικόλα; του λέει. Τι κάθεσαι από κει κάτω και δε βγαίνεις να φάμε και να πιούμε και να παίξουμε το σάκου-σάκου;
Βγήκε λοιπόν ο λύκος, φάγανε, ήπιανε, και ύστερα πήρε η γριά ένα μεγάλο σακούλι και μπήκε μέσα και του λέει του λύκου:
-Πάρε τούτο το σκοινί και δέσε το σακούλι και πάρε και τούτη τη βέργα να με χτυπάς μαλακά-μαλακά. Αυτό είναι το σάκου-σάκου!
Την έδεσε ο λύκος, πήρε και τη βέργα και της έδωσε πέντ’ έξι.
-Φτάνει, γριά;
-Φτάνει!
Βγήκε η γριά, λέει στο λύκο:
-Η σειρά σου τώρα, κυρ Νικόλα!
Έβαλε λοιπόν το λύκο μέσα στο σακί, δένει το σακί και τον αρχίζει, που σε πονεί και που σε σφάζει!
-Ωχ, γριά, το κεφάλι μου! φώναζε ο λύκος.
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, η πλατίτσα μου!
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, τα πλευρά μου!
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, η κοιλίτσα μου!
Με το χτύπημα όμως που έδωσε η γριά στην κοιλιά του λύκου, πετάγεται τ’ αρνίτσι-μπίτσι έξω!
Του δίνει τότε άλλη μια η γριά του λύκου και τον σκοτώνει ολότελα, και πάει στο παζάρι και παίρνει ένα κάρο και δυο στρατιώτες και τον πήγαν στο ποτάμι και τον έκαναν μπλουμ!

Κατηγορίες
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Σχολικά λεωφορεία “καρτούν” στην Ιαπωνία

Σίγουρα με τέτοια λεωφορεία, τα παιδιά απολαμβάνουν την διαδρομή από και προς τον παιδικό σταθμό τους!

Κατηγορίες
VIDEO - Παιδικά

Η Χιονάτη και οι 7 νάνοι (ταινία)

Ήταν κάποτε μία βασίλισσα. Ευχήθηκε να είχε μία κόρη άσπρη σαν το χιόνι. Σύντομα γέννησε ένα κορίτσι, όπως το είχε ευχηθεί. Το ονόμασε Χιονάτη. Αλλή η βασίλισσα πέθανε μετά τη γέννηση της Χιονάτης. Ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η καινούρια βασίλισσα ήταν πολύ όμορφη. Δεν ήταν καλή βασίλισσα. Δεν ήθελε καμία άλλη γυναίκα να είναι πιο όμορφη από αυτήν. Η βασίλισσα είχε ένα μαγικό καθρέφτη. Κάθε μέρα κοιταζόταν σ’ αυτόν και τον ρωτούσε: ‘Καθρέφτη ποιά είναι η ωραιότερη απ’ όλες;’ Ο καθρέφτης απαντούσε:”Ω, βασίλισσα, εσύ είσαι η ωραιότερη απ’ όλες”. Τα χρόνια πέρασαν. Η Χιονάτη εξελίχθηκε σε μια όμορφη γυναίκα. Η βασίλισσα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ως συνήθως. Ο καθρέφτης είπε:”Είσαι όμορφη. Αλλά η Χιονάτη είναι πιο όμορφη από σένα.” Η βασίλισσα θύμωσε με τη Χιονάτη. Ήθελε να σκοτώσει τη Χιονάτη. Έτσι, κάλεσε ένα κυνηγό και είπε:”Πάρε τη Χιονάτη σε ένα δάσος και σκότωσέ την. Φέρε μου την καρδιά της.” Ο κυνηγός πήρε τη Χιονάτη σ’ ένα δάσος. Τη λυπήθηκε. Δεν ήθελε να τη σκοτώσει. Την άφησε στο δάσος. Σκότωσε ένα ελάφι και πήρε την καρδιά του στη βασίλισσα. Η βασίλισσα ήταν πολύ ευτυχισμένη. Η Χιονάτη περιπλανήθηκε στο δάσος. Είδε ένα μικρό σπίτι. Καθώς δεν ήταν κανείς, μπήκε μέσα. Μέσα στο σπίτι είδε εφτά μπολ και εφτά κουτάλια. Πεινασμένη καθώς ήταν έφαγε λίγη πουτίγκα και ήπιε λίγο γάλα. Ξάπλωσε σε ένα από τα κρεβάτια και αποκοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ανήκε στους εφτά νάνους.Μετά από λίγη ώρα οι νάνοι μπήκαν στο σπίτι τους και την είδαν να κοιμάται. Τότε η Χιονάτη ξύπνησε και τους είπε την ιστορία της. Αυτοί, την συμβούλεψαν να μην ανοίξει την πόρτα σε κανέναν…

Κατηγορίες
ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ

Φτου σκωληκομερμυγκότρυπα

Φτου σκωληκομερμυγκότρυπα

Κατηγορίες
ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ

Ο ΠΑΠΑΣ

Ο παπάς ο παχύς έφαγε πολλή φακή .
Γιατί , παπά παχύ , έφαγες παχιά φακή ;

Κατηγορίες
ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ

Η ΠΑΠΙΑ

Μια πάπια , μα ποια πάπια ;
Μια πάπια , μα ποια παπιά ;
Μια πάπια με παπιά …