Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το φαρμακερό αγκάθι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν την πιο όμορφη βασιλοπούλα του κόσμου. Την καμάρωναν την πεντάμορφη κόρη τους και την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους, να μην τους πάθει κανένα κακό. Μια μέρα όμως που η βασιλοπούλα είχε βγει στο περιβόλι του παλατιού να παίξει με τις φιλενάδες της, πήγε να κόψει ένα τριαντάφυλλο, κι ένα αγκάθι της τρύπησε το δάχτυλο τόσο βαθιά, που αμέσως λιποθύμησε. Αμέσως τότε φτάσανε οι γιατροί του παλατιού, να γιατρέψουν την πεντάμορφη βασιλοπούλα, μα κανείς δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Το αγκάθι ήταν φαρμακερό, και η μικρή πριγκίπισσα έμεινε πια με τα μάτια κλειστά. Τότε την ξάπλωσαν σ’ ένα λουλουδένιο κρεβάτι, και κει πάνω, κοιμόταν χρόνια και χρόνια. Κάποια νύχτα έφτασε στο παλάτι από μια μακρινή πολιτεία ένα όμορφο βασιλόπουλο, που έψαχνε να βρει την τύχη του. Ο βασιλιάς καλοδέχτηκε το βασιλόπουλο στο παλάτι του. Την νύχτα όμως, αν και ήταν πολύ κουρασμένο το βασιλόπουλο, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, γιατί όλο συλλογιζόταν που θα μπορούσε να βρει την τύχη του. Καθώς όμως τριγύριζε στους διαδρόμους του παλατιού, είδε να βγαίνει από κάποιο δωμάτιο ένα παράξενο γαλάζιο φως, που του έκανε εντύπωση. Πλησίασε, άνοιξε την πόρτα, και είδε την όμορφη βασιλοπούλα να κοιμάται στο λουλουδένιο της κρεβάτι. Πήγε κοντά της, γονάτισε και έμεινε εκεί ώρες να την κοιτά. Έπειτα, πήρε το χέρι της και το χάιδεψε απαλά. Κάποιο αγκάθι ένιωσε στο δάχτυλό της. Το τράβηξε με προσοχή και αμέσως είδε τη βασιλοπούλα να ανοίγει τα όμορφα μάτια της. Χαμογέλασε στο βασιλόπουλο και εκείνο έσκυψε και της φίλησε το μικρό της χεράκι. Μια παράξενη μουσική ακούστηκε την ίδια στιγμή σε όλο το παλάτι. Όλοι ξύπνησαν και έτρεξαν να δούνε από πού έρχεται. Έτρεξε και ο βασιλιάς με τη βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας και εκεί είδαν το θαύμα που είχε γίνει. Ευτυχισμένοι και οι δυο τους, αγκάλιασαν την κόρη τους και τη γέμισαν φιλιά. Αγκάλιασαν και το βασιλόπουλο, που ξανάδωσε τη ζωή στο παιδί τους.

-Όπου και να πας, δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ, του είπαν.
Μα το βασιλόπουλο, αγκαλιάζοντας τη μικρή βασιλοπούλα, απάντησε:
-Δε θα γυρίσω πια άλλο τον κόσμο, γιατί την τύχη μου τη βρήκα. Αν το θέλετε και σεις θα ζήσω εδώ, μαζί σας, για πάντα.
Σε λίγον καιρό το γενναίο βασιλόπουλο πήρε γυναίκα του τη μικρή πριγκίπισσα, και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

πηγή: παραμύθια της θείας Λένας

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η αλεπού και η ουρά της

Για κοίταξε την κυρά Πονήρω, την αλεπού. Δε σου φαίνεται σκεπτική; Ξέρεις γιατί; Γιατί συλλογίζεται τι πονηριά να κάνει πάλι για να βρει έναν καλό μεζέ. Εκεί όμως που περπατούσε ξένοιαστη, χόπ, πιάνεται σε μια παγίδα. Ευτυχώς δεν πιάστηκε ολόκληρη, μόνο η ουρά της, και βάζοντας όλη της τη δύναμη μπόρεσε και λευτερώθηκε. Λαχανιασμένη, έτρεξε και έφτασε στο ποταμάκι. Σαν έσκυψε όμως να πιεί νερό, τι να δει; Η παγίδα της είχε κόψει την ουρά!
– Πω, πω, τι έπαθα, ξεφώνισε. Τι θα γίνω τώρα; Οι άλλες αλεπούδες θα ‘χουν την όμορφη φουντωτή ουρά τους κι εγώ θα είμαι κολοβή σα μαϊμού; Κάτι πρέπει να σκεφτώ! Τι να κάνω;
Ξαφνικά της ήρθε μια σκέψη κι άρχισε να τρέχει έξω από όλες τις αλεπουδοφωλιές και να φωνάζει:
– Ελάτε όλες οι αλεπούδες στην πλατεία με τις αγριοκαστανιές, έχω να σας πω σπουδαία νέα.
Και να, σε λίγο, μικρές και μεγάλες αλεπούδες μαζεύτηκαν στην πλατεία.
-Έχω να σας πω ένα σπουδαίο νέο, τους είπε η κυρά Πονήρω. Ανακάλυψα πως η ουρά μας είναι το πιο περιττό μερος από το σώμα μας. Δεν είναι παι καθόλου της μόδας μια αλεπού να ‘χει ουρά. Είναι απρέπεια κι εξ άλλου είναι και ένα περιττό βάρος. Γι’ αυτό κι εγώ όπως βλέπετε, έκοψα τη δική μου ουρά για να σας δώσω το καλό παράδειγμα. Τρέξτε λοιπόν και κόψτε και σεις τη δικιά σας. Καμία δεν πρέπει να μείνει με ουρά.
Οι αλεπούδες άκουγαν και γύριζαν και κοίταζαν την ουρά τους. Μια όμως απ’ αυτές, η πιο έξυπνη, της είπε:
– Αυτά να τα λες αλλού, κυρά Πονήρω. Επειδή, ποιος ξέρει, με ποια απροσεξία σου έχασες την ουρά σου, θέλεις τώρα να μας παρασύρεις και μας να κόψουμε τη δική μας ουρά. Σε καταλάβαμε, πονηρή. Αυτό σε συμφέρει. Μείνε λοιπόν μόνο εσύ κολοβή, κι εμείς με την όμορφη ουρά μας.
Και φύγανε όλες και παρατήσανε μόνη την πονηρή αλεπού να κοιτάζει λυπημένη την κομμένη της ουρά.

πηγή: παραμύθια της θείας Λένας

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Αρνίτσι-μπίτσι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και δεν είχε παιδιά. Είχε λοιπόν ένα αρνάκι και το είχε σαν παιδάκι της.
Το τάιζε, το πότιζε, το έλουζε κάθε μέρα, και το έστελνε στο σχολείο να μάθει γράμματα.
Πήγαινε κάθε μέρα η γριά στο βούνο και μάζευε χορταράκι για να φάει τ’ αρνάκι της.
Σαν έφτανε έξω από το σπίτι της, έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Την άνοιγε τ’ αρνάκι κι έμπαινε η γριά μέσα.
Έμαθε ο κυρ Νικόλας ο λύκος πως είχε η γριά ένα αρνίτσι-μπίτσι και το λιμπίστηκε να το φάει. Μια μέρα λοιπόν, όταν την είδε που βγήκε να μαζέψει χορταράκι, την παραμ΄νεψε ώσπου να γεμίσει το καλαθάκι της. Ύστερα την πήρε από πίσω, και όταν έφτασε η γριά στο σπιτάκι της, κρύφτηκε ο λύκος κοντά στην πόρτα. Άκουσε τη γριά που φώναζε τ’ αρνάκι της κι έμαθε τα λόγια που του έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
«Α, είπε μέσα του ο λύκος. Αυτά τα λόγια του λέει και της ανοίγει.»
Την άλλη μέρα παραμόνεψε ο λύκος τη γριά που έφευγε να μαζέψει χόρτα και προτού να φύγει, είπε στ’ αρνάκι της:
-Κοίταξε, αρνάκι μου, μην ανοίξεις σε καθένα παρά σε μένα μονάχα!
-Καλά, μανούλα μου, είπε τ’ αρνάκι.
«Τώρα, σκέφτηκε ο λύκος, θα του πω κι εγώ το τραγουδάκι να μ’ ανοίξει το αρνίτσι-μπίτσι.»
Σε λίγο, λοιπόν, πάει και χτυπάει την πόρτα και λέει με τη χοντρή φωνή του, κάνοντάς της όσο πιο γλυκιά-γλυκιά μπορούσε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Το αρνάκι όμως φώναξε από μέσα:
-Δεν είσαι εσύ η μανούλα μου! Η μανουλίτσα μου έχει γλυκιά και ψιλή φωνή και η δική σου είναι τραχιά και χοντρή.
Πάει τότε ο λύκος στον τροχιστή και του λέει:
-Σε παρακαλώ, τρόχισέ μου τη γλώσσα μου να γίνει ψιλή-ψιλή!
Τρόχισε ο τροχιστής τη γλώσσα του λύκου και την έκανε όσο πιο ψιλή μπορούσε. Τρέχει πάλι εκείνος στο αρνάκι και του λέει γλυκά-γλυκά απέξω από την πόρτα:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Τότε είπε το αρνάκι:
-Εσύ είσαι η μανουλίτσα μου!
Και του άνοιξε.
Μπαίνει ο λύκος μέσα και του δίνει μία «χλαπ!» του αρνιού, και το καταπίνει ολόκληρο!
Ύστερα πάει και χώνεται κάτω από τον καναπέ.
Έρχεται σε λίγο η γριά και φωνάζει:
-Αρνίτσι-μπίτσι!
Μα που τ’ αρνίτσι-μπίτσι, που βρίσκονταν μέσα στη κοιλιά του λύκου!
-Γειτόνισσα, μήπως είδες τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Όχι, δεν το είδα! λέει η γειτόνισσα.
-Δώσε μου σε παρακαλώ το τσεκουράκι σου, ν’ ανοίξω την πόρτα μου, γιατί είναι κλειδωμένη.
Της δίνει η γειτόνισσα το τσεκούρι, ανοίγει η γριά την πόρτα και μπαίνει μέσα. Κοιτάζει από δω, κοιτάζει από κει, πουθενά το αρνάκι της. Άρχισε τότε να κλαίει και να λέει:
-Που είσαι, αρνάκι μου, που είσαι, παιδάκι μου, να φας το χλωρό χορταράκι που σου έφερα!
Στο τέλος πήρε τη ρόκα της και κάθισε στον καναπέ της κι έγνεθε κι έκλαιγε.
Ο λύκος λοιπόν αναδευόταν κάτω από τον καναπέ και καμιά φορά τον πήρε είδηση η γριά. «Τ’ είναι τούτο;» λέει. Σκύβει και βλέπει το λύκο κάτω από το καναπέ;
-Α, εσύ είσαι, κυρ Νικόλα; του λέει. Τι κάθεσαι από κει κάτω και δε βγαίνεις να φάμε και να πιούμε και να παίξουμε το σάκου-σάκου;
Βγήκε λοιπόν ο λύκος, φάγανε, ήπιανε, και ύστερα πήρε η γριά ένα μεγάλο σακούλι και μπήκε μέσα και του λέει του λύκου:
-Πάρε τούτο το σκοινί και δέσε το σακούλι και πάρε και τούτη τη βέργα να με χτυπάς μαλακά-μαλακά. Αυτό είναι το σάκου-σάκου!
Την έδεσε ο λύκος, πήρε και τη βέργα και της έδωσε πέντ’ έξι.
-Φτάνει, γριά;
-Φτάνει!
Βγήκε η γριά, λέει στο λύκο:
-Η σειρά σου τώρα, κυρ Νικόλα!
Έβαλε λοιπόν το λύκο μέσα στο σακί, δένει το σακί και τον αρχίζει, που σε πονεί και που σε σφάζει!
-Ωχ, γριά, το κεφάλι μου! φώναζε ο λύκος.
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, η πλατίτσα μου!
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, τα πλευρά μου!
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, η κοιλίτσα μου!
Με το χτύπημα όμως που έδωσε η γριά στην κοιλιά του λύκου, πετάγεται τ’ αρνίτσι-μπίτσι έξω!
Του δίνει τότε άλλη μια η γριά του λύκου και τον σκοτώνει ολότελα, και πάει στο παζάρι και παίρνει ένα κάρο και δυο στρατιώτες και τον πήγαν στο ποτάμι και τον έκαναν μπλουμ!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

To ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι

Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Ποντικούλης Τρωκτικούλης.
Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό, ήθελε να τα αγγίξει.

– Παππού – έλεγε στον παππού του – σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του. Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

– Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

– Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

– Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά- καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

– Ίσως είχε δίκιο ο παπούλης σκεφτόταν – Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.

– Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι.

Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

– Παππού! παππού! Έλα να δεις! ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

– Είσαι σίγουρος εγγονάκι μου.

– Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε.

Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε το στρατιωτάκι – Για πού το’βαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι

– Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; – είπε το στρατιωτάκι – Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

– Δηλαδή;

– Να γίνεις και συ στρατιώτης – Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

– Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε -σκαρφάλωνε κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε η κουκλίτσα – για πού τόβαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα – Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις – ποιος ξέρει – μπορεί να σε αγαπήσω κι εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

– Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε το ναυτάκι – Για πού το’ βαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; -είπε το ναυτάκι – Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ -πολύ – πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

– Τι;

– Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

– Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι – Πως το λένε ρε παιδιά; – Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν’ αγγίξω κι εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι.

– Καλά ντε μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις… είπε το ναυτάκι

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε ν’ ανεβαίνει, να ανεβαίνει να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.
Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά -δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και τ άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

– Παππού… παππού… Το άγγιξα.

– Ποιο άγγιξες εγγονάκι μου;

– Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

– Μπράβο εγγονάκι μου – καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. -Θα χουμε να το λέμε…

Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.

Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

– Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.

Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα…

Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

– Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.

Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

– Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω – σκέφτηκε.
– Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω… Θα τ’ αγγίξω όλα…

Κι εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του’κλεινε το μάτι, λες και το έλεγε.

– Ναι μικρό μου ποντικάκι… Κάποια μέρα θα τ’αγγίξεις όλα…

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η μικρή ρωγμή

Μια φορά και έναν καιρό…
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε.
Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση.
Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε
κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει.
«Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να ‘ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου.
Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και
προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας!
Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει;
Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό,
ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη.
Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και
μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.»

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς …

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»

Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.

–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.

Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»

Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.

–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.

Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.

–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.

Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.

Πηγή: Από το βιβλίο “Παραμύθια από το τηλέφωνο”