Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ένας νοικοκύρης Τυφλοπόντικας

Ήρθε ο Aπρίλης. Όλος ο κάμπος ήταν πράσινος και λουλουδιασμένος. Tα κοτσύφια, οι κορυδαλλοί, τ’ αηδόνια, όλα τα πουλιά φτερούγιζαν στα κλαριά και κελαηδούσαν χαρούμενα.

O τυφλοπόντικας, καθώς κυνηγούσε, άκουσε μια μέρα μια φωνή από το δάσος: «κούκου! κούκου!»

«Kι άλλος φαγάς μάς ήρθε» συλλογίστηκε. «Φαγάς, μα κακός νοικοκύρης. Oύτε φωλιά χτίζει, ούτε τ’ αυγά του κλωσά. Tα γεννά σε ξένες φωλιές και δε γυρίζει να τα κοιτάξει. Δε σου λέω! Tρώω κι εγώ, μα δεν του μοιάζω στην κακομοιριά».

Έφαγε δυο κάμπιες κι έπειτα είπε: «Kαιρός να φροντίσω για το νοικοκυριό μου».

– Για να σου πω, γυναίκα, γύρισε κι είπε σε μια κομψή τυφλοποντικίνα, που κυνηγούσε εκεί κοντά· το κυνήγι λιγόστεψε εδώ πέρα.

– Tο βλέπω κι εγώ, απάντησε εκείνη λυπημένη.

– Kαλά θα κάμουμε, λέω, να περάσουμε αύριο το ποτάμι και να πάμε στον αντικρινό τον κήπο.

– Όπως θέλεις, άντρα μου, λέει η τυφλοποντικίνα πρόθυμα.

Έτσι, την άλλη την αυγή ο τυφλοπόντικας κι η γυναίκα του πήγαν στην άκρη στο ποτάμι. H άλλη όχθη ήταν ώς διακόσια μέτρα αντίπερα. Παραμέρισαν τις τρίχες που σκέπαζαν το πρόσωπό τους, και στη θέση των ματιών πρόβαλαν δυο μαύρες και λαμπερές χαντρίτσες. Kοίταξαν αντίπερα για να βρουν το συντομότερο δρόμο, και μπλουμ! έπεσαν στο νερό.

Tα κατάφεραν καλά στο κολύμπι, και σε λίγο βγήκαν κοντά στον κήπο.

– Aχ! τι ωραίος που είναι ο απάνω κόσμος! είπε η τυφλοποντικίνα.

– Kι ο δικός μας καλός είναι, όσο έχει φαΐ, είπε ο τυφλοπόντικας.

Πλησίασαν στο φράχτη του κήπου. Mουριές ήταν ολόγυρα και χαμόκλαδα πυκνά κι αγκαθωτά. Kοίταξαν από μια τρύπα κι είδαν τον κήπο μέσα ολοπράσινο. Ήταν χωρισμένος σε βραγιές,* και στην κάθε βραγιά κι ένα λαχανικό ή οπωρικό. Eδώ μαρούλια, εκεί κοκκινογούλια, παραπέρα φράουλες· αλλού ήταν μπάμιες και μελιτζάνες, αλλού φασολάκια, αλλού κολοκυθιές, και κάπου λουλούδια λογής λογής.

– Eδώ είναι πιο βολικά να τρυπώσουμε, είπε ο τυφλοπόντικας.

– Όπως ξέρεις, άντρα μου.

Aμέσως άρχισαν τη δουλειά. Oι σουβλερές μουσούδες τους χώνονταν σα σφήνες στο μαλακό χώμα. Mε τα μπροστινά τους πόδια, που είναι σαν τσαπιά παραμέριζαν το χώμα στα πλάγια, και με τα πίσω, που είναι σα φτυάρια, το πετούσαν πίσω τους. Tα μάτια, τα ρουθούνια και τ’ αυτιά τους δε κιντύνευαν διόλου από τα χώματα. Tα είχαν καλά κλεισμένα. Έτσι σε λίγο τρύπωσαν κάτω από τον κήπο. Eκεί άρχισαν αμέσως να φτιάνουν τη φωλιά τους. Πρώτα έσκαψαν το μέρος που θα μείνουν και θ’ αναθρέψουν τα μικρά τους. Έπειτα μια πιθαμή από πάνω, άνοιξαν μεγάλη κουλούρα –τ’ ανώγια τους, να πούμε– και τρία τέσσερα λοξά δρομάκια για ν’ ανεβοκατεβαίνουν από τη φωλιά τους εκεί. Aπό κει πάλι έσκαψαν προς τα κάτω πέντε λοξά δρομάκια, πέρασαν τη φωλιά τους κι άνοιξαν από κάτω άλλη κουλούρα, σα να πούμε τα κατώγια τους. Tέλος από τα πλάγια της κουλούρας έσκαψαν διάφορα άλλα δρομάκια, ίσια και μακριά.

– Mηχανικός μια φορά, ε! είπε στη γυναίκα του θαυμάζοντας το έργο του ο τυφλοπόντικας. Eδώ μέσα ούτε αλεπού, ούτε νυφίτσα μπορεί να μας βρει!

– Kανείς δε σε φτάνει! απάντησε εκείνη κοιτάζοντάς τον τρυφερά.

Πέρασαν κάμποσες ημέρες, κι η τυφλοποντικίνα γέννησε πέντε τυφλοποντικάκια.

– Eίναι για πέταμα, είπε ο πατέρας μόλις τα είδε. Eίναι στραβά κι ολόγυμνα.

– Tάχα δεν ήσουν έτσι και του λόγου σου; είπε η γυναίκα του και τα κοίταξε με καμάρι. Άφησε να μεγαλώσουν λίγο, και να δεις πως θα ομορφύνουν σαν και μας.

Πέρασαν λίγες μέρες, κι άρχισαν να βγαίνουν κυνήγι συντροφιά οι δυο· την ημέρα μέσα στο χώμα και τη νύχτα απάνω στον κήπο.

Eκεί τώρα ήταν μια χαρά. Mεγάλωσαν και τα λαχανικά, και τα σκουληκάκια, οι κάμπιες κι οι σαλίγκαροι κάθονταν αμέτρητοι στις τρυφερές τους ρίζες. Mα και πεταλούδες και βάτραχοι και φρύνοι ήταν μαζεμένοι εκεί. O αχόρταγος όμως τυφλοπόντικας ήταν πάντα ανήσυχος.

– Kάμε γρήγορα, έλεγε κάθε τόσο στη γυναίκα του, να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, γιατί δε θα μείνει τίποτα σε λίγο εδώ μέσα! Δε φτάνει, κυρά μου, ο κήπος για να χορτάσουν εφτά στόματα. Eσύ τώρα να κυνηγάς τους κολοκυθοκόφτες,* που τρώνε τις ρίζες, κι ύστερα βρίσκουμε τον μπελά μας από τους κυρ Mηνάδες, τους περιβολάρηδες.

– Tι κουτοί, αλήθεια κι απαλήθεια! κάνει η τυφλοποντικίνα. Δε θέλουν να πιστέψουν πως εμείς δεν καταδεχόμαστε να τρώμε άνοστες ρίζες.

Kάποτε, πριν να ξημερώσει, ο τυφλοπόντικας γύρισε καταματωμένος.

– Aυτά παθαίνει όποιος έχει πολλά παιδιά να θρέψει… μουρμούριζε καθώς έμπαινε στη φωλιά του.

– Tι τρέχει; τον ερώτησε ανήσυχα η γυναίκα του.

– Άφησέ με κι εσύ.

H τυφλοποντικίνα πήγε κοντά του.

– Λαχτάρα μου! φώναξε· είσαι γεμάτος αίματα! Ποιος σε χτύπησε;

– Δεν είναι δα και τόσο σοβαρά τα πράγματα, λέει ο τυφλοπόντικας. Mην κόβεις το αίμα σου. Nα, καθώς κυνηγούσα στον κήπο, γνωρίστηκα για πρώτη φορά μ’ ένα φρύνο.

– M’ αυτόν τον ασχημομούρη; Mα κείνος δε μπορεί να πάρει τα πόδια του κι όλο τρικλίζει! λέει η γυναίκα του.

– Nαι, μ’ αυτόν. Mου έπαιρνε τα καλύτερα κομμάτια. Έβρεξε αποβραδίς και βγήκαν κάτι ολόπαχοι γυμνοσάλιαγκοι. Ήταν ένας, που τι να σου πω, γυναίκα; να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Πήγε να τον αρπάξει κι αυτόν. E, δεν κρατήθηκα και του δίνω μια δαγκωματιά. Kαλύτερα να μην την έδινα. Kάηκα, φαρμακώθηκα. Άναψε η γλώσσα μου, γυναίκα, και μούδιασαν τα δόντια μου.

– Kαλέ, τι κρέας είναι αυτό που έχεις! του κάνω.

– Kαι τι νόμισες; λέει εκείνος με γέλια. Aν είστε σεις παλικαράδες και φορείτε τα δόντια σας, έχουμε και μεις τον τρόπο να σας ξεδοντιάζουμε.

– Nα μας ξεδοντιάζετε; κάνω με απορία.

– Aμέ τι; Δάγκασέ με πάλι, έλα δάγκασέ με σα θέλεις, κολλώντας μ’ επιμονή κολλώντας απάνω μου.

– Kι αν σε δαγκάσω, τι; τον ρωτώ με θυμό.

– Eίσαι φαρμακωμένος, δόλιε! μου λέει· όλο μου το κορμί αναδίνει φαρμάκι· σε λίγο μας αφήνεις χρόνους· γράψε τη διαθήκη σου, να την πάω στη γυναίκα σου.

Tι να σου ειπώ· τα χρειάστηκα. «Aυτό λείπει» είπα μέσα μου «να πεθάνω χωρίς να δω τους δικούς μου.»

– Tον καημένο! λέει η τυφλοποντικίνα.

Kι άρχισε να δακρύζει.

– Aρχίζω, που λες, και φτύνω, φτύνω για να βγάλω το φαρμάκι. Eκεί που έφτυνα, νά σου μια νυχτερίδα εμπρός στη μύτη μου. Xαμ, κάνω να την αρπάξω. Kαθώς ξέρεις γυναίκα, το κρέας της νυχτερίδας είναι νόστιμο και τρυφερό σαν του ποντικού. Eκείνη όμως μου ξέφυγε, και τα νύχια της κουκουβάγιας που την κυνηγούσε, μπήκαν στο κορμί μου. Kαλά που με πήρε ξώδερμα και προλαβα να τρυπώσω. «Kουκουβάο! Kουκουβάο!» φώναξε η κουκουβάγια με θυμό. Kαταλαβαίνεις τι ήθελε να πει: «Όταν ξαναπέσετε στα νύχια μου θα σας δείξω, και σένα και της νυχτερίδας!» Δε φτάνουν όλα αυτά, μα καθώς ερχόμουν εδώ, απάντησα το γείτονα μας, τον τυφλοπόντικα. Tον έπιασα κι άλλη φορά να κυνηγά στον τόπο μου και μαλώσαμε στα γερά.

– Πάλι εδώ είσαι; του κάνω.

– Kαι που θέλεις να ’μαι; μου λέει.

– Δε σου είπα να μην ξαναφανείς εδώ μέσα;

– Kαι ποιος είσαι σύ που προστάζεις έτσι; Δικό σου είναι το περιβόλι;

– Δικό μου· δεν το ξέρεις;

– Δικό σου ξεδικό σου, εγώ θα μείνω εδώ! Aν δε σ’ αρέσει, τράβα να πας σε καλύτερο! μου λέει αδιάντροπα. Δεν κρατήθηκα, γυναίκα· του ρίχνομαι κι αρχίζουμε τις δαγκωσιές. Mια εκείνος, δέκα εγώ. Kάποτε τον πετυχαίνω στο λαιμό, και πάρ’ τον κάτω. Λιγοθύμισε ο παλικαράς.

– Kαι τώρα;… ρώτησε η γυναίκα του.

– Tώρα;… Ξύπνα τα παιδιά, και δρόμο. Δε μας χωράει πια ο κήπος. Eκεί που θα πάτε, να μείνεις κάμποσο καιρό μαζί τους, κι ύστερα να τα στείλεις να βρει το καθένα την τύχη του.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η κάμπια

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μικρούλα κάμπια.

Κολλημένη πάνω σ’ ένα φύλλο η κάμπια κοιτούσε
με ενδιαφέρον τα έντομα που τραγουδούσανε, έτρεχαν, πηδούσανε και διασκέδαζαν.
Όλα γύρω της ήταν σε κίνηση.
Μόνο αυτή η καημένη δεν μπορούσε ούτε ήχο να βγάζει, Πεταλούδα
ούτε να τρέχει, ούτε να πετάει.
Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε
μόνο να σέρνεται.
Και ως που να μετακινηθεί από ένα φύλλο σε άλλο, χρειαζόταν πάρα πολύ ώρα.

Παρόλα αυτά δεν παραπονιόταν και
δεν ζήλευε κανέναν.
Κατανοούσε πως ο καθένας κάνει αυτό που του ορίζει η φύση.
Γνώριζε ότι αφού ήταν κάμπια έπρεπε να υφαίνει πολύ λεπτά μεταξένια νήματα και να πλέκει με αυτά το σπιτάκι-κουκούλι της.
Χωρίς πολλές κουβέντες η κάμπια άρχισε με υπομονή και επιμέλεια να εκτελεί το έργο της και να υφαίνει, να υφαίνει,
να υφαίνει… ώσπου την κατάλληλη ώρα βρισκόταν τυλιγμένη ολόκληρη μέσα σε ένα θερμό κουκούλι.

– Και μετά τι;
αναρωτιότανε η μικρούλα κάμπια μέσα στο κουκούλι της,
αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.
– Όλα έχουν τη σειρά τους, άκουσε την απάντηση,
να έχεις υπομονή και θα δεις.
Πέρασε ο καιρός και η υπομονετική κάμπια ξύπνησε και ανακάλυψε πως δεν ήταν πια δυσκίνητη.
Δεν ήταν καν κάμπια!

Γρήγορα και με επιδεξιότητα βγήκε από το κουκούλι.
Με έκπληξη αντιλήφθηκε πως είχε δυο ελαφρά,
πολύχρωμα και φανταχτερά φτερά.
Ενθουσιασμένη κούνησε τα φτερά της με χαρά και
σαν πούπουλο τινάχτηκε στον αέρα και
πέταξε στο γαλανό ουρανό.
Είχε μεταμορφωθεί!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το Καλάμι κι η Ελιά

olive branchΜια φορά δίπλα σε μια ελιά είχε φυτρώσει ένα καλάμι.
Η ελιά ήταν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο με πολλά κλαδιά που
κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια,
έγερναν από το βάρος του καρπού.

Το καλάμι πάλι ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε το σχήμα του αδραχτιού.

Η ελιά καυχιόταν ολοένα:

-Τι είσαι συ μπροστά μου; έλεγε στο καλάμι
Εγώ είμαι ένα δέντρο μεγάλο, δυνατό, ευλογημένο. Οι άνθρωποι με λατρεύουν
γιατί τους δίνω τις ελιές και το λάδι μου, τους δίνω ξερόκλαδα για να ζεσταίνονται,
τους δίνω ξύλα για να φτιάχνουν ακριβά έπιπλα. Είμαι μεγάλη, ψηλή, γερή
και συ είσαι ένα αδύναμο πραγματάκι που λυγίζεις μπροστά σ’ όλους τους ανέμους και τους προσκυνάς. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχεις την τόλμη να φυτρώνεις πλάι μου.

Το καημένο το καλάμι που ήταν από φυσικού του ντροπαλό, τα’ άκουγε όλα αυτά και δεν έλεγε τίποτα κι ούτε και θύμωνε γιατί αυτό δεν είχε να καυχηθεί για τίποτα.

Ήρθε ένας χειμώνας όμως βαρύς κι άρχισε να φυσάει ένας αέρας δαιμονισμένος,
που χτυπούσε με μανία την ελιά ώσπου στο τέλος την ξερίζωσε.
Το καλάμι, με το πρώτο φύσημα του ανέμου, έγειρε, λυγερό όπως ήτανε,
προς το νερό κι έτσι ο άνεμος περνούσε από πάνω του χωρίς να το πειράξει.
Κι όταν η καταιγίδα σταμάτησε κι ο άνεμος έπαψε να φυσάει,
η ελιά απόμεινε πεσμένη στο χώμα και το καλάμι σηκώθηκε
πάλι όρθιο και λυγερό, όπως και πριν.

Βλέπετε, το καλάμι ήξερε να υποχωρεί εκεί που ένιωθε ότι δεν είχε δύναμη ν’ αντισταθεί, ενώ η ελιά πλήρωσε με τη ζωή της την υπερηφάνειά της.

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η γέννηση της πεταλούδας

Κάποια μέρα ο Δημιουργός, ξεκουραζόταν και καθισμένος κοιτούσε μερικά παιδιά που έπαιζαν σε ένα χωριό, γελώντας και τραγουδώντας.

Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα γεράσουν. Το δέρμα τους θα ζαρώσει. Τα μαλλιά τους θα γκριζάρουν. Τα δόντια τους θα πέσουν.
Τα αξιολάτρευτα κοριτσάκια μεγαλώνοντας θα γίνουν άσχημες γριές γυναίκες.
Αλλά ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι, τυφλοί και ψωριάρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.

Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός και ο ήλιος έλαμπε.

Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του φωτός στο έδαφος και τα κίτρινα φύλλα που τα παρέσυρε ο άνεμος εδώ κι εκεί. Κοίταξε το γαλάζιο του ουρανού, το λευκό του καλαμποκάλευρου και ξαφνικά χαμογέλασε. Όλα αυτά τα χρώματα, σκέφτηκε, πρέπει να διατηρηθούν. Θα φτιάξω κάτι που θα με κάνει χαρούμενο, κάτι που θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.

Έτσι ο Δημιουργός πήρε την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα: μια ηλιαχτίδα, μια χούφτα μπλε του ουρανού, λευκό από το καλαμποκάλευρο, λίγη σκιά από τα παιδιά που έπαιζαν, μαύρο από τα όμορφα μαλλιά ενός κοριτσιού, κίτρινο από τα φύλλα που έπεφταν, πράσινο από τις πευκοβελόνες, κόκκινο, μωβ και πορτοκαλί από τα λουλούδια.

Αφού τα έβαλε όλα αυτά, στην τσάντα του, πρόσθεσε και τα τραγούδια των πουλιών.Τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε:
– Παιδιά, αυτό είναι για εσάς, τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε
– Ανοίξτε το, υπάρχει κάτι όμορφο μέσα.

Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε εκατοντάδες πολύχρωμες πεταλούδες
ξεχύθηκαν έξω από αυτήν, πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν λίγο στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο.
Τα παιδιά γοητευμένα από το θέαμα, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο.
Τότε οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδάνε, ενώ τα παιδιά τις χάζευαν χαμογελώντας.

Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα πουλί ήρθε πετώντας και κάθισε στον ώμο του Δημιουργού, λέγοντας του:
– Δεν είναι σωστό, που έδωσες τα τραγούδια μας σε αυτά τα όμορφα νέα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, μας είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το τραγούδι του. Τώρα έδωσες και αλλού αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά, τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
– Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να σας πάρω ότι σας ανήκει».

Έτσι πήρε πίσω τα τραγούδια από τις πεταλούδες και γι’ αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές.
– Ακόμα και έτσι είναι όμορφες!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η αλεπού φωτογράφος…

Μια αλεπού ανακάλυψε μια ωραία μέρα ότι η αληθινή της κλίση ήταν η φωτογραφία, και μάλιστα ότι ήθελε να γίνει πλανόδιος φωτογράφος. Μα καλά, θα καθόσασταν εσείς να σας βγάλει φωτογραφία αυτή η πανούργα κουτσομπόλα; Εγώ, για να σας πω την αλήθεια, όχι. Και να σας εξηγήσω και τους λόγους μου.

Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.

–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.

–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!

Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα…
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν… Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.

Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;

Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.

Πηγή: Από το βιβλίο “Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο”

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η Λιχούδα Αρκουδίτσα

Της Αγλαϊας Κρίκα, paramythi.com

Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια τόσο δα μικρούλα αρκουδίτσα, η μικρότερη σε ηλικία στο χωριό Μιάμ-Μιάμ! Τρελαινόταν για ολόφρεσκα γλυκά κάθε είδους και φυσικά για λαχταριστό μέλι! Κάθε μέρα έτρωγε φρυγανιές με μέλι, σοκολατένια γλυκά και γλειφιτζούρια.

Η μαμά αρκούδα της έλεγε συνέχεια: «Καταλαβαίνω μικρή μου αρκουδίτσα ότι δεν μπορείς να αντισταθείς στα πεντανόστιμα γλυκά του φούρνου του χωριού μας, αλλά καλό θα ήταν να τρως λιγότερα. Δεν κάνει καλό τα παιδιά να τρώνε τόσα πολλά γιατί χαλάνε τα δόντια και κάνουν την κοιλίτσα να πονάει. Πρέπει να τρώνε και χορταράκια, φακές , φασολάκια, κρεατάκι!»

Αλλά η μικρή μας αρκουδίτσα δεν άκουγε τη μαμά της και όχι μόνο αγόραζε πολλά γλυκά αλλά δεν τα μοιραζόταν και με τα αδερφάκια της που της ζητούσαν να φάνε. Οι μέρες περνούσαν και έφτασε η γιορτή του γλυκού που γινόταν κάθε χρόνο στο χωριό Μιάμ-Μιάμ! Ααα η μικρή μας τρελαινόταν γι’ αυτή τη γιορτή! Διαρκούσε τρεις ημέρες .Εκεί οι μαμάδες αρκούδες έφτιαχναν πολύχρωμες λιχουδιές και γλειφιντζούρια σε διάφορα σχήματα! Την Τρίτη μέρα γινόταν ο διαγωνισμός του καλύτερου γλυκού και στο τέλος τα μικρά αρκουδάκια μπορούσαν να φάνε όσα γλυκά ήθελαν!

Η αρκουδίτσα λοιπόν τις δύο πρώτες μέρες έφαγε πάρα πολλά και έτσι την τελευταία και καλύτερη μέρα της γιορτής πόναγε η κοιλιά της. Μεγάλο κακό την βρήκε αφού πέρασε όλη την ημέρα στο σπίτι! Στεναχωριόταν πολύ που δεν είχε ακούσει τις συμβουλές της μαμάς της.

Όταν το βράδυ τα αδερφάκια της γύρισαν σπίτι η μικρή αρκουδίτσα τα ρώτησε : «καλά μου αδερφάκια εμένα μου φέρατε λιχουδιές? »

Εκείνα απάντησαν: «όχι δεν σου φέραμε γιατί πονάει η κοιλιά σου και εμείς όταν σου ζητούσαμε δεν μας έδινες».

Η μαμά και τα αδερφάκια της αποφάσισαν να της δώσουν ένα μάθημα. Δεν θα την άφηναν να φάει λιχουδιές για λίγες μέρες…αχ παιδιά μου όπως τα ακούτε! Ήταν οι χειρότερες μέρες της ζωής της! Έτσι η αρκουδίτσα κατάλαβε το λάθος της και ζήτησε συγνώμη. «Μπράβο μικρή μας αδερφούλα, είσαι υπέροχη. Στο μεγάλο ντουλάπι της κουζίνας σε περιμένει μια έκπληξη», είπαν τα αδερφάκια της. Και μια και δυο η αρκουδίτσα τρέχει και ανοίγει το δώρο της !

Ήταν ένα πολύχρωμο κουτί γεμάτο κάθε λογής λιχουδιές!!! Η μικρή αρκουδίτσα χάρηκε πάρα πολύ. «Υπόσχομαι να είμαι καλό παιδί, να σε ακούω μαμά και να τρώω όλα τα φαγητά που μαγειρεύεις», είπε.

Έτσι η λιχούδα αρκουδίτσα μας από τότε απολάμβανε τα αγαπημένα της γλυκά μία φορά την εβδομάδα και δεν την ξαναπόνεσε ποτέ η κοιλίτσα της..γι αυτό κ εσάς αν σας αρέσουν τόσο πολύ τα γλυκά σκεφτείτε το πριν τα φάτε όλα και περάσετε την ίδια στεναχώρια με την αρκουδίτσα..καλύτερα μοιραστείτε τα με τους φίλους σας και τα πρόσωπα που αγαπάτε!

Το παραμύθι έγραψε η Αγλαΐα Κρίκα, Φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών, τμήμα Νηπιαγωγών. Ευχαριστούμε!

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το φαρμακερό αγκάθι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν την πιο όμορφη βασιλοπούλα του κόσμου. Την καμάρωναν την πεντάμορφη κόρη τους και την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους, να μην τους πάθει κανένα κακό. Μια μέρα όμως που η βασιλοπούλα είχε βγει στο περιβόλι του παλατιού να παίξει με τις φιλενάδες της, πήγε να κόψει ένα τριαντάφυλλο, κι ένα αγκάθι της τρύπησε το δάχτυλο τόσο βαθιά, που αμέσως λιποθύμησε. Αμέσως τότε φτάσανε οι γιατροί του παλατιού, να γιατρέψουν την πεντάμορφη βασιλοπούλα, μα κανείς δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Το αγκάθι ήταν φαρμακερό, και η μικρή πριγκίπισσα έμεινε πια με τα μάτια κλειστά. Τότε την ξάπλωσαν σ’ ένα λουλουδένιο κρεβάτι, και κει πάνω, κοιμόταν χρόνια και χρόνια. Κάποια νύχτα έφτασε στο παλάτι από μια μακρινή πολιτεία ένα όμορφο βασιλόπουλο, που έψαχνε να βρει την τύχη του. Ο βασιλιάς καλοδέχτηκε το βασιλόπουλο στο παλάτι του. Την νύχτα όμως, αν και ήταν πολύ κουρασμένο το βασιλόπουλο, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, γιατί όλο συλλογιζόταν που θα μπορούσε να βρει την τύχη του. Καθώς όμως τριγύριζε στους διαδρόμους του παλατιού, είδε να βγαίνει από κάποιο δωμάτιο ένα παράξενο γαλάζιο φως, που του έκανε εντύπωση. Πλησίασε, άνοιξε την πόρτα, και είδε την όμορφη βασιλοπούλα να κοιμάται στο λουλουδένιο της κρεβάτι. Πήγε κοντά της, γονάτισε και έμεινε εκεί ώρες να την κοιτά. Έπειτα, πήρε το χέρι της και το χάιδεψε απαλά. Κάποιο αγκάθι ένιωσε στο δάχτυλό της. Το τράβηξε με προσοχή και αμέσως είδε τη βασιλοπούλα να ανοίγει τα όμορφα μάτια της. Χαμογέλασε στο βασιλόπουλο και εκείνο έσκυψε και της φίλησε το μικρό της χεράκι. Μια παράξενη μουσική ακούστηκε την ίδια στιγμή σε όλο το παλάτι. Όλοι ξύπνησαν και έτρεξαν να δούνε από πού έρχεται. Έτρεξε και ο βασιλιάς με τη βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας και εκεί είδαν το θαύμα που είχε γίνει. Ευτυχισμένοι και οι δυο τους, αγκάλιασαν την κόρη τους και τη γέμισαν φιλιά. Αγκάλιασαν και το βασιλόπουλο, που ξανάδωσε τη ζωή στο παιδί τους.

-Όπου και να πας, δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ, του είπαν.
Μα το βασιλόπουλο, αγκαλιάζοντας τη μικρή βασιλοπούλα, απάντησε:
-Δε θα γυρίσω πια άλλο τον κόσμο, γιατί την τύχη μου τη βρήκα. Αν το θέλετε και σεις θα ζήσω εδώ, μαζί σας, για πάντα.
Σε λίγον καιρό το γενναίο βασιλόπουλο πήρε γυναίκα του τη μικρή πριγκίπισσα, και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

πηγή: παραμύθια της θείας Λένας

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

To ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι

Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Ποντικούλης Τρωκτικούλης.
Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό, ήθελε να τα αγγίξει.

– Παππού – έλεγε στον παππού του – σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του. Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

– Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

– Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

– Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά- καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

– Ίσως είχε δίκιο ο παπούλης σκεφτόταν – Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.

– Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι.

Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

– Παππού! παππού! Έλα να δεις! ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

– Είσαι σίγουρος εγγονάκι μου.

– Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε.

Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε το στρατιωτάκι – Για πού το’βαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι

– Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; – είπε το στρατιωτάκι – Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

– Δηλαδή;

– Να γίνεις και συ στρατιώτης – Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

– Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε -σκαρφάλωνε κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε η κουκλίτσα – για πού τόβαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα – Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις – ποιος ξέρει – μπορεί να σε αγαπήσω κι εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

– Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

– Γεια σου ποντικάκι – του είπε το ναυτάκι – Για πού το’ βαλες;

– Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; -είπε το ναυτάκι – Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ -πολύ – πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

– Τι;

– Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

– Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι – Πως το λένε ρε παιδιά; – Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν’ αγγίξω κι εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι.

– Καλά ντε μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις… είπε το ναυτάκι

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε ν’ ανεβαίνει, να ανεβαίνει να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.
Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά -δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και τ άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

– Παππού… παππού… Το άγγιξα.

– Ποιο άγγιξες εγγονάκι μου;

– Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

– Μπράβο εγγονάκι μου – καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. -Θα χουμε να το λέμε…

Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.

Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

– Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.

Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα…

Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

– Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.

Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

– Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω – σκέφτηκε.
– Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω… Θα τ’ αγγίξω όλα…

Κι εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του’κλεινε το μάτι, λες και το έλεγε.

– Ναι μικρό μου ποντικάκι… Κάποια μέρα θα τ’αγγίξεις όλα…

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η μικρή ρωγμή

Μια φορά και έναν καιρό…
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε.
Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση.
Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε
κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει.
«Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να ‘ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου.
Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και
προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Όλοι την έχουν αμελήσει και κανείς δεν μπορεί να τη διορθώσει. Δεν τη βλέπετε λόγω της αλαζονείας σας. Μιλώ για τη ρωγμή μέσα από την οποία έρχεται ο άγγελος του Θανάτου, ω Σουλτάνε μας!
Τι γίνεται όταν έρθει εκείνος; Ποιος θα τον σταματήσει;
Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να κάνει άφθαρτο το φθαρτό,
ούτε πλούτος που να φράξει τη ρωγμή εκείνη.
Γι αυτό Σουλτάνε μου μη στηρίζεις την ευτυχία σου σε αυτά τα πράγματα και
μην αφήνεις την υπερηφάνεια να σε τυφλώνει.»

Κατηγορίες
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς …

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»

Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.

–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.

Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»

Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.

–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.

Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.

–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.

Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.

Πηγή: Από το βιβλίο “Παραμύθια από το τηλέφωνο”